Ακριβά νέα φάρμακα, μια θεραπεία για την ηπατίτιδα στις ΗΠΑ, ένα φάρμακο για τον καρκίνο του στήθους στην Μεγάλη Βρετανία θέτουν για μια ακόμα φορά ένα σοβαρό ερώτημα: πόσο λογικό είναι να ζητά από τους ανθρώπους να πληρώσουν για φάρμακα που θα σώσουν τη ζωή τους;
Οσοι ασκούν κριτική, κατηγορούν για τις αυξήσεις στις τιμές μια κερδοφόρα βιομηχανία η οποία έχει διεκδικήσει για το εαυτό της τη δύναμη να βάζει τιμή στη ανθρώπινη ζωή. Οι επιχειρήσεις απαντούν ότι η ανάπτυξη νέων φαρμάκων έχει γίνει ακριβότερη από ποτέ.
Εχουν ένα δίκιο. Η ανακάλυψη μιας νέας θεραπείας συνεπάγεται τη χρήση απίστευτα πολύπλοκων βιολογικών συστημάτων. Οι επιστήμονες καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα συντριπτικό αριθμό αλληλοεπιδρόμενων κυτταρικών και περιβαλλοντικών μηχανισμών που προκαλούν τη νόσο.
Είναι αλήθεια ότι οι εταιρείες δεν αντιμετωπίζουν αυτές τις προκλήσεις μόνες. Ερευνητές στα πανεπιστήμια παίζουν μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη φαρμάκων, συχνά χρηματοδοτούμενοι από κρατικά κονδύλια. Η ακαδημαϊκή έρευνα όμως είναι εύθραυστη. Πολλά υποσχόμενα ευρήματα που δημοσιεύτηκαν σε ακαδημαϊκά έντυπα δεν αντέχουν σε αυστηρή αντιγραφή. Συνολικά αυτές οι λάθος εκκινήσεις κοστίζουν σε χαμένο χρόνο και χρήμα.
Την ίδια στιγμή οι κανονιστικές ρυθμίσεις των αρχών είναι ποιο αυστηρές –και η συμμόρφωση περισσότερο ακριβή- απ’ ότι στο παρελθόν. Και οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι (πολύ λογικά) απρόθυμες να πληρώσουν πριν δουν ακράδαντα αποδεικτικά στοιχεία ότι προσφέρεται περισσότερη αξία από τις εναλλακτικές επιλογές.
Ο Bill Ackman ένας ακτιβιστής επενδυτής περιέγραψε τις παραδοσιακές φαρμακευτικές ως «υψηλού ρίσκου-χαμηλής απόδοσης» επιχειρήσεις, οι οποίες υπολείπονται στην σύγκριση με χαμηλής τεχνολογίας επιχειρήσεις όπως η Burger King, στην οποία έχει σημαντικό μερίδιο. Το σχόλιο είναι εντυπωσιακό δεδομένου ότι αποτέλεσε μέρος μιας επίσημης πρότασης που συνδέεται με προσπάθεια εξαγοράς μιας φαρμακευτικής, ένα ντιλ ύψους 45,6 δισ. δολαρίων, στην οποία ο Ackman είναι βασικός παίκτης.
Αλλά ούτε η Valeant Pharmaceuticals με την οποία συνασπίζεται ο Ackman, ούτε η εταιρεία στόχος, η Allergan, είναι κλασικές φαρμακευτικές εταιρείες. Εχοντας επικεφαλής τον Michael Pearson, έναν πρώην σύμβουλο στην McKinsey, η Valeant λειτουργεί περισσότερο ως εταιρεία καταναλωτικών ειδών με περιορισμένα κονδύλια για έρευνα και ανάπτυξη και μικρή προσπάθεια αναζήτησης υπερβολικά ριψοκίνδυνων προϊόντων που το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανιών του κλάδου προσπαθεί να αναπτύξει.
Προτιμά προϊόντα όπως οι αντιρυτιδικές κρέμες για τις οποίες οι καταναλωτές πληρώνουν απευθείας. Εν τω μεταξύ η Allergan είναι περισσότερο γνωστή πως η κατασκευάστρια του Botox. Τα φορολογικά πλεονεκτήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στο συγκεκριμένο ντιλ.
Το ίσιο ισχύει για την προσέγγιση της Pfizer για την AstraZeneca η οποία αποκαλύφθηκε λίγες ημέρες μετά την αρπαγή της Allergan. Η οικονομική λογική στηρίζεται σε φορολογικούς παράγοντες και την ενδυνάμωση του υφιστάμενου προϊόντικού πακέτου, με το R&D να αποτελεί προφανώς μεταγενέστερο θέμα.
Είναι μια προσέγγιση που εγκρίνουν πολλοί επενδυτές και την οποία άλλοι στον κλάδο είναι έτοιμοι να μιμηθούν. Μπορεί να προσφέρει πολλά χρήματα στους μετόχους αλλά και τα στελέχη. Δεν πρόκειται όμως να προσφέρει καινοτόμες θεραπείες για μια θανατηφόρα ασθένεια.
Η φαρμακευτική βιομηχανία βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Τεχνολογίες που αναδύονται – υποσχόμενες αλλά ακόμα ανεπιβεβαίωτες – θα μπορούσαν να βάλουν τέλος σε ασθένειες που για χρόνια νικούσαν τα καλύτερα επιστημονικά μυαλά. Για παράδειγμα, αναλύσεις στοιχείων και φορητοί αισθητήρες μπορούν να βοηθήσουν τους ερευνητές να αντιμετωπίσουν ποιο αποτελεσματικά ασθένειες προσαρμόζοντας τη θεραπεία για τον εκάστοτε ασθενή.
Οι ιδέες αυτές όμως θα καρποφορήσουν μόνο αν οι επενδυτές δουν πίσω από αυτές πιθανότητα ελκυστικών αποδόσεων. Η εναλλακτική είναι μια βιομηχανία που θα μοιάζει με την Valeant, μια καλοδουλεμένη μηχανή που παράγει λεφτά από την υφιστάμενη τεχνολογία αντί να παίρνει ριψοκίνδυνα στοιχήματα προσπαθώντας να ανακαλύψει νέες θεραπείες.
Αν η φαρμακευτική βιομηχανία πρόκειται να παραμείνει η εμπροσθοφυλακή της τεχνολογίας πρέπει να υιοθετήσει μια πολύ ποιο λιτή προσέγγιση με πολύ λιγότερο διογκωμένη γραφειοκρατία. Θα απαιτηθεί επίσης να συνεχιστεί η δημόσια επένδυση στην επιστήμη. Η πανεπιστημιακή χρηματοδότηση πρέπει να ανταμείβει τους ερευνητές για την παραγωγή «ανθεκτικών» αποτελεσμάτων που θα μπορούν να αναπαραχθούν και τα οποία θα προσφέρονται στην υπόλοιπη επιστημονική κοινότητα και δεν θα είναι απλά για δημοσίευση.
Οι ρυθμιστικές αρχές που συνεχώς απασχολούνται με τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει η έγκριση ενός ελαττωματικού φαρμάκου πρέπει να προσέξουν τη λιγότερο προφανή ζημιά που γίνεται ότι αποτρέπουν χρήσιμα φάρμακα από το να φτάσουν στους ασθενείς. Πρέπει να εξετάσουν την πιθανότητα να δίνουν προσωρινή έγκριση σε «υποσχόμενα» σκευάσματα και να υιοθετήσουν αυστηρά προγράμματα παρακολούθησης τα οποία θα τους επιτρέπουν να αλλάζουν πορεία με το πρώτο σημάδι προβλήματος.
Ολοι συμφωνούν πως οι τιμές των φαρμάκων πρέπει να πέσουν. Για να συμβεί αυτό πρέπει να βρεθούν φθηνότεροι τρόποι παραγωγής αποτελεσματικών φαρμάκων. Η άβολη αλήθεια είναι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες κινούνται εν μέσω γραφειοκρατίας, βιολογικής πολυπλοκότητας, πίεσης από τις ρυθμιστικές αρχές, σκεπτικισμού από τον ασφαλιστικό κλάδο και εχθρότητας από μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης.
Αν πρόκειται να προσφέρουν νέα φάρμακα στην αγορά σε προσιτή τιμή πρέπει να δουν πώς θα το κάνουν αυτό με πολύ λιγότερα.
* Ο συγγραφέας είναι στρατηγικός αναλυτής σε εταιρεία ανάπτυξης φαρμάκων.
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation