Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ζήτησα από τον Brett Gorvy, τον επικεφαλής του τμήματος σύγχρονης τέχνης στον οίκο Christie’s, να εκτιμήσει την τρέχουσα αξία του καρχαρία του Damien Hirst -ενός κήτους που επιπλέει σε μία δεξαμενή φορμαλδεΰδης, το οποίο ο δημιουργός του ονομάζει «η φυσική αδυναμία του θανάτου στον νου κάποιου που ζει». Πουλήθηκε έναντι 8 εκατ. δολαρίων το 2004.
Ο κ. Gorvy απάντησε ότι θα ξεπεράσει τα 70 εκατ. δολ. «Στο κάτω-κάτω, ο «Σκύλος Μπαλόνι» του Jeff Koons πουλήθηκε έναντι 58 εκατ. δολ. τον προηγούμενο Νοέμβριο. Δεν είχε μεγαλύτερη προβολή ανά τον κόσμο ο καρχαρίας του Hirst;».
Αυτήν την εβδομάδα είναι η σειρά του Λονδίνου να φιλοξενήσει τις δημοπρασίες τέχνης. Τον Μάιο, στη Νέα Υόρκη καταγράφηκε συνολικά ο μεγαλύτερος τζίρος δημοπρασιών, αγγίζοντας τα 744 εκατ. δολ., σε μία μόνο βραδιά στον οίκο Christie’s. Αυτήν τη βραδιά ακούστηκαν τρελά ποσά, από τα 33 εκατ. δολ. για το Wild West του Jeff Koons -ένα παιδικό τρένο μήκους 2,7 μέτρων-, μέχρι τα 84 εκατ. δολ. για έργο του Barnett Newman, που ξεπέρασε έργα των Francis Bacon, Mark Rothko, Andy Warhol και Jean-Michel Basquiat. Το Λονδίνο δεν προσφέρει τόσο λουκούλειες προκλήσεις -οι ΗΠΑ θεωρούνται η πνευματική πατρίδα της σύγχρονης τέχνης-, αλλά τη Δευτέρα, ένα τρίπτυχο του Bacon πουλήθηκε στον οίκο Sotheby’s έναντι 27 εκατ. στερλινών.
Μπορεί να εξαχθεί από τη λαμπρή πορεία που είχε ο καρχαρίας του Hirst πως σε αυτό το μοναδικό κόσμο της σύγχρονης τέχνης, οι τιμές κινούνται συνεχώς ανοδικά. Εάν το έργο του Koons πιάσει τόσο υψηλή τιμή, τότε ο Hirst αξίζει ακόμη περισσότερα. Αυτή η τόσο απλοϊκή άποψη εξηγεί γιατί οι αποτιμήσεις είναι τόσο μεγάλες και πως δίνονται για ένα έργο χρήματα με τα οποία θα μπορούσαν να χτιστούν πολλά νοσοκομεία.
Σύμφωνα με την Art Market Research, στην τετραετία οι τιμές αυξήθηκαν 121% και από το 2000 κατά 634%. Αυτή η αγορά δείχνει άσβεστη ισχύ. Επιβίωσε από βουτιά 49% στο 12μηνο από τον Μάιο του 2009 και είχε άλματα όπως η ανάκαμψη 94% την περίοδο 2010-2012.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η αγορά καλλιτεχνών εν ζωή βιώνει τέτοια επίπεδα πληθωρισμού. Συνέβη στο Άμστερνταμ από το 1620 έως το 1650, κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων και στο μεγαλύτερο μέρος της Βικτοριανής Αγγλίας, όπου μετά από ράλι 32 ετών, το 1868 οι τιμές για 13 εγχώριους καλλιτέχνες πέρασαν την αξία έργων του Μιχαήλ Άγγελου. Θα ήταν λάθος να υποθέσει κανείς ότι η σύγχρονη τέχνη του 21ου αιώνα είναι φούσκα έτοιμη να σκάσει.
Η αγορά τέχνης ανέκαθεν υπηρετούσε τους σκοπούς των πλούσιων. Τους δίνει τη δυνατότητα να παρκάρουν μεγάλα ποσά και να επιτύχουν άμεσες μεταπωλήσεις των κορυφαίων έργων, συχνά σε επίπεδο διπλάσιο της αρχικής τιμής. Επίσης προσφέρει τη δυνατότητα απόρρητων συναλλαγών και φορολογικών ελαφρύνσεων, όταν τα έργα αυτά παρουσιάζονται στο ευρύ κοινό. Τα έργα τέχνης εύκολα μεταφέρονται από το σπίτι στο γιοτ και στο ιδιωτικό αεροπλάνο και από μία χώρα σε άλλη. Για πολλούς, η τέχνη είναι εναλλακτική επιλογή της ρευστότητας στις ρυθμίσεις χρεών. Το ενδιαφέρον είναι πιο ισχυρό στην Κίνα, την Ιαπωνία, τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή.
Τα τρελά ποσά όμως, δείχνουν ότι από κάποιο επίπεδο οι τιμές είναι ψευδείς. Η σύγχρονη τέχνη είναι αδιαμφισβήτητα μία παράλογη αγορά και οι τιμές της, τόσο στην κορυφή όσο και στο μέσον, δεν είναι πάντα το αποτέλεσμα του αχαλίνωτου ανταγωνισμού.
Το παιχνίδι που παίζουν πωλητές, αγοραστές, οίκοι δημοπρασιών, dealers και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες όλο και πιο πολύ είναι να ξεκινήσουν με αστρονομικές τιμές, τις οποίες αυξάνουν σταδιακά μέχρι να μπει κάποιο «μεγαλύτερο κορόιδο», από το οποίο όλοι θα βγάλουν κέρδη.
Ένας ουσιώδης παράγοντας για να προσελκυστούν νέοι αγοραστές είναι η δημοσιότητα. Έτσι, η Christie’s και η Sotheby’s βομβαρδίζουν τον κόσμο με ειδήσεις αναφορικά με τις τιμές ρεκόρ που πιάνουν στις δημοπρασίες τους και διαδίδουν πληροφορίες για ιδιωτικές συναλλαγές – όπως ήταν τα 137,5 εκατ. δολ. για το Woman V του Willem de Kooning ή τα 140 εκατ. δολ. για το "No. 5, 1948", του Jackson Pollock. Όλες οι πλευρές φιλοδοξούν να ανεβάσουν τις τιμές και κυρίως οι οίκοι δημοπρασιών που συμβουλεύονται οι πωλητές και εγγυώνται ένα δελεαστικό αποτέλεσμα.
Με μία πρώτη ματιά, αυτό το χρηματοοικονομικό σπορ δεν έχει θύματα. Ακόμη και το σημερινό κορόιδο θα είναι κερδισμένος την επόμενη ημέρα.
Θα πρέπει όμως να είμαστε αρκετά ανήσυχοι. Υπάρχει κάτι στη σύγχρονη τέχνη που μοιάζει πολύ με τις επενδυτικές πυραμίδες – τις ομάδες που έβγαζαν περισσότερα χρήματα στρατολογώντας συνεχώς ακόμη περισσότερα μέλη. Τα μέλη πιστεύουν πως τα έργα τέχνης που αγοράζουν είναι σταθερές επενδύσεις. Ουσιαστικά όμως είναι άνευ αξίας. Η τιμή αυτών των έργων, όπως τα 70 εκατ. δολ. για τον καρχαρία, βασίζεται αποκλειστικά στην εμπιστοσύνη που έχουν οι επενδυτές σε αυτά.
Τα κέρδη ρέουν ενόσω υπάρχουν νέοι αγοραστές. Εάν κάποια μέρα δεν υπάρξουν νέοι αγοραστές, τότε οι υφιστάμενοι αγοραστές της αγοράς τέχνης θα τρομάξουν και θα φύγουν και οι εναπομείναντες παίκτες θα αρχίσουν να χάνουν.
Τα κλασικά έργα τέχνης δεν αντιμετωπίζουν τον ίδιο κίνδυνο. Ο τιμές τους είναι σε λογικό πλαίσιο, περιορίζοντας την πιθανότητα κατάρρευσης. Όταν όμως, τα ποσά στη σύγχρονη τέχνη γίνονται τρελά, οι τιμές των έργων πολύ λάθος και οι πωλήσεις αγγίζουν τα εκατοντάδες εκατ. δολ., τότε μάλλον ήρθε η ώρα για όλους να κάνουν μία ανάπαυλα.
*Ο Godfrey Barker είναι συγγραφέας του "The Rich and the Price of Art since 1850".
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation