ΗΠΑ- Ισραήλ: Το κόστος μιας πολύ ιδιαίτερης φιλίας

Η μόνη ”ιδιαίτερη σχέση” που φαίνεται να απασχολεί την κοινή γνώμη αυτές τις ημέρες είναι αυτή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Οι ιστορικές ρίζες της συνεργασίας, το κόστος της αμερικανικής επιδότησης, οι ισραηλινές σφαίρες επιρροής και το παράδοξο που διέπει τη συμμαχία Ισραήλ-ΗΠΑ.

του Mark Mazower (*)

Η μόνη ”ιδιαίτερη σχέση” που φαίνεται να απασχολεί την κοινή γνώμη αυτές τις ημέρες είναι αυτή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ.

Η άρνηση των ΗΠΑ– εντελώς εκτός κλίματος συγκρινόμενη με την διεθνή στάση– να καταδικάσουν την δολοφονία του ηγέτη της Χαμάς, Σεΐχη Ahmed Yassin, από το Ισραήλ αποτελεί την τελευταία ένδειξη της περαιτέρω ενδυνάμωσης των σχέσεων των δυο χωρών.

Κάποιος θα μπορούσε να εντοπίσει την απαρχή της συνεργασίας στην αρχική γέννηση του κράτους του Ισραήλ, η οποία επιτεύχθηκε χάρη στην υποστήριξη του Προέδρου Harry Truman. Ωστόσο, η ευρύτερη περιφέρεια της Μέσης Ανατολής δεν αποτελούσε τότε προτεραιότητα της αμερικανικής πολιτικής.

Η μάχη εναντίον του κομμουνισμού και οι αυξανόμενες φιλοδοξίες των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιριών ήταν οι παράγοντες που κράτησαν τις ΗΠΑ σε επαγρύπνηση αναφορικά με τις αραβικές ευαισθησίες.

Ο Πρόεδρος Truman ανάγκασε τον David Ben Gurion να αποσύρει τα ισραηλινά στρατεύματα από το Sinai το 1948, ενώ μετά το Σουέζ, οι σχέσεις των δυο χωρών έφθασαν στο ναδίρ, όταν ο Πρόεδρος Dwight Eisenhower απείλησε με κυρώσεις σε περίπτωση μη απόσυρσης των ισραηλινών από την Αίγυπτο.

Μόλις στη δεκαετία του ’60, αναθερμάνθηκαν οι σχέσεις των δυο χωρών, εν τω μέσω αυξανόμενης ανησυχίας για τον αραβικό εθνικισμό και την διάνοιξη νέου μετώπου συγκρούσεων στο Βιετνάμ. Ο πόλεμος του 1967 κατέδειξε τη στρατιωτική κυριαρχία των ισραηλινών στην ευρύτερη περιοχή και το Δόγμα Νίξον επανακαθόρισε τη χώρα ως σημαντικό στρατηγικό σύμμαχο.

Αυτή η ιδιαίτερη σχέση καλλιεργήθηκε από την αυξανόμενη επιρροή των ισραηλινών λόμπι. Σήμερα, οι υποθέσεις του Ισραήλ απασχολούν, εκτός του παλαιότερου των ισραηλινών λόμπι American Israel Political Action Committee (AIPAC) και του Conference of Presidents of Major American Jewish Organisations, πολλές ακόμη προ-σιωνιστικές χριστιανικές ενώσεις.

Στα χρόνια της κυβέρνησης Κλίντον, πολλά think tanks επεσήμαναν τη σύγκλιση των αμερικανικών και των ισραηλινών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή και σήμερα διάφορα από τα κορυφαία μέλη τους κατέχουν υψηλές θέσεις στην παρούσα κυβέρνηση.

Κάποιες από τις προτάσεις τους, όπως το σχέδιο εξόντωσης του Saddam Hussein και η συνεχιζόμενη πίεση στη Συρία και το Ιράν, έχουν υιοθετηθεί ως επίσημη πολιτική των ΗΠΑ.

Η μάχη των σφαιρών επιρροής είναι φυσικά, μια μάχη ανοιχτή σε όλους. Ωστόσο, ούτε οι άραβες ούτε οι φιλελεύθεροι εβραίοι που αντιτίθενται στην επέκταση στη Δυτική Όχθη, έχουν καταφέρει ανάλογη επιρροή με αυτή των αντιπάλων τους. Ο πόλεμος εναντίον της τρομοκρατίας έχει δυσχεράνει ακόμη περισσότερο το έργο

τους.

”Επί 2.000 χρόνια, έπρεπε να βασιζόμαστε σε άλλους για την άμυνά μας” ισχυρίσθηκε ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ, Ariel Sharon σε συνέδριο της AIPAC το Μάρτιο του 2001. ”Τώρα πλέον, ελέγχουμε μόνοι μας τις μοίρες μας.” Ίσως να είναι έτσι, αλλά μόνο χάρη στα αμερικανικά κεφάλαια – τα οποία εκφράζονται σε κυβερνητική βοήθεια ύψους 87 δισ. δολ.

Η ετήσια αμερικανική υποστήριξη, η οποία ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 100 εκ. δολ. ετησίως μέχρι τη δεκαετία του ’60, αυξήθηκε σε 2 δισ. δολ. ετησίως μετά από μια δεκαετία, ενώ πλέον διαμορφώνεται σε 3 δισ. δολ. Το Ισραήλ αποτελεί το πλέον επιχορηγούμενο κράτος στην ιστορία, βασιζόμενο στην αμερικανική βοήθεια για την εξάλειψη των χρόνιων εγχώριων και εξωτερικών χρεών.

Για το κράτος του Ισραήλ, μια ενδεχόμενη απεξάρτηση από την αμερικανική υποστήριξη δεν τίθεται καν ως ζήτημα. Κανένα άλλο κράτος δεν θα μπορούσε να παράσχει την οικονομική και στρατιωτική ασφάλεια που προσφέρει η Ουάσινγκτον.

Από την άλλη πλευρά, ποιο το όφελος των ΗΠΑ από τη σχέση αυτή; Αδιαμφισβήτητα, το Ισραήλ αποτελεί ένα δυνατό σύμμαχο σε μια περιφέρεια πλούσια σε πετρέλαιο, ενώ ωφελείται και από την συνεργασία σε τομείς όπως η πολεμική τεχνολογία και η υπηρεσία πληροφοριών.

Ωστόσο, αξιοσημείωτο είναι και το κόστος που επιβαρύνει τις ΗΠΑ. Το κύμα του αντιαμερικανισμού έχει διαβρώσει την θέση των ΗΠΑ ως τίμιου διαμεσολαβητή– όπως θεωρούνταν στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 – στο παλαιστινιακό ζήτημα, ενώ η γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια έχει μειώσει την δυνατότητα επιρροής της ισραηλινής πολιτικής.

Πολλές αμερικανικές κυβερνήσεις έχουν δυσανασχετήσει με την επιρροή των ισραηλινών λόμπι σε κύκλους του Λευκού Οίκου και του Κογκρέσου.

Ο John Foster Dulles, υπουργός της κυβέρνησης, έχει υπογραμμίσει τους κινδύνους μιας κατάστασης, στην οποία ”η μεγαλύτερη μερίδα της παγκόσμιας κοινότητας– συμπεριλαμβανομένης της ισραηλινής κυβέρνησης– θεωρεί πως το Ισραήλ μπορεί να ελέγξει την αμερικανική πολιτική, αν χρειασθεί”.

Ο Πρόεδρος Bill Clinton δεν έδειξε καθόλου ευχαριστημένος όταν ο ισραηλινός Πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu, αναφέρθηκε στις ΗΠΑ αποκαλώντας τις ”περιουσιακό στοιχείο στρατηγικής σημασίας για το Ισραήλ”.

Στο σημείο αυτό είναι που έγκειται το παράδοξο της συνεργασίας: παρά το ότι οι ΗΠΑ απολαμβάνουν, σπάνια στην ιστορία, παγκόσμια κυριαρχία, αντιδρούν στα γεγονότα αντί να τα διαμορφώνουν. Όταν οι υποθέσεις αφορούν τη Μέση Ανατολή, η δύναμη δεν βρίσκεται στην Ουάσινγκτον αλλά στην Ιερουσαλήμ.



(*) Ο Mark Mazower είναι καθηγητής Ιστορίας στο Birkbeck College του Λονδίνου.

© The Financial Times Limited 2004. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο