Στην Ελλάδα της κρίσης οι ανισότητες στο εισοδήματα παραμένουν τεράστιες, αν συγκριθούν με τα στοιχεία άλλων χωρών της Ευρώπης.
Ενδεικτικό είναι ότι, όπως φαίνεται στον σχετικό πίνακα, η χώρα έρχεται πίσω μόλις από τη... Βουλγαρία. Την ίδια στιγμή, σε διαφορετική έκθεσή της, η ΕΛΣΤΑΤ προειδοποιεί για τον κίνδυνο φτώχειας με τον οποίο είναι αντιμέτωπα 892.763 νοικοκυριά στη χώρα. Σε ξεχωριστή έκθεση για τις συνθήκες διαβίωσης, προειδοποιεί για τις αυξανόμενες στερήσεις των νοικοκυριών.
Η μέτρηση για την ανισότητα των εισοδημάτων γίνεται με περίοδο αναφοράς για τα εισοδήματα το 2012. Η ανισότητα εκφράζεται, κυρίως, με τον δείκτη κατανομής εισοδήματος σε πεντημόρια (S80/S20) και τον δείκτη άνισης κατανομής εισοδήματος (συντελεστής Gini).
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης κατανομής εισοδήματος σε πεντημόρια αναφέρεται στο μερίδιο του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του «πλουσιότερου» 20% του πληθυσμού προς το ανάλογο εισόδημα του «φτωχότερου» 20% του πληθυσμού και επηρεάζεται από τις ακραίες τιμές της κατανομής του εισοδήματος, δηλαδή στο πλουσιότερο και στο φτωχότερο τμήμα του πληθυσμού.
• Ο δείκτης S80/S20 το 2013, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2012, δεν έχει μεταβληθεί σε σχέση με το 2012 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2011) και ανέρχεται στο 6,6, δηλαδή το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 6,6 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού.
Αυτό το ποσοστό όμως είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη, μαζί με τη Βουλγαρία. Η Ιταλία είναι στο 5,7, η Κύπρος στο 4,9 και η Νορβηγία στην καλύτερη θέση με 3,3.
• Η οικονομική ανισότητα μεταξύ των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω διαμορφώνεται στο 3,9 από 4,5 που ήταν το 2012, ενώ μεταξύ των ατόμων κάτω των 65 τοποθετείται στο 7,3, παραμένοντας στα ίδια περίπου επίπεδα σε σχέση με το 2012, που ήταν στο 7,4.
• Να σημειωθεί ότι το πρώτο τεταρτημόριο των νοικοκυριών (25% των νοικοκυριών με το χαμηλότερο εισόδημα) κατέχει το 8,9% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, ενώ το 2012 κατείχε το 8,7%. Το τέταρτο τεταρτημόριο των νοικοκυριών με το υψηλότερο εισόδημα κατέχει το 47,1% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, ενώ το 2012 κατείχε το 47%.
Ο συντελεστής GINI
Για καλύτερη καταγραφή της οικονομικής ανισότητας χρησιμοποιείται συμπληρωματικά ο δείκτης άνισης κατανομής εισοδήματος (συντελεστής Gini), διότι ο δείκτης κατανομής εισοδήματος σε πεντημόρια (S80/S20) επηρεάζεται από τις ακραίες τιμές της κατανομής του εισοδήματος.
Ο δείκτης Gini ορίζεται ως ο λόγος των αθροιστικών μεριδίων του πληθυσμού, κατανεμημένου ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος, προς το αθροιστικό μερίδιο του εισοδήματος συνολικά του πληθυσμού. Η τιμή του κυμαίνεται από 0 (πλήρης ισότητα) έως 1 (πλήρης εισοδηματική ανισότητα) και ερμηνεύεται ως η στατιστική αναμενόμενη διαφορά του αποτελέσματος της σύγκρισης δύο τυχαίων εισοδημάτων, ως ποσοστό του μέσου όρου. Αν όλο το εθνικό εισόδημα ήταν συγκεντρωμένο σε ένα άτομο, ο συντελεστής θα ήταν 1. Αν ο συντελεστής Gini ήταν π.χ. 30%, το εισόδημα 2 τυχαίων ατόμων θα διέφερε κατά 30% του μέσου όρου.
• Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο συντελεστής Gini κυμάνθηκε το 2013 σε 34,4%. Αυτό σημαίνει ότι αν πάρουμε 2 τυχαία άτομα του πληθυσμού, αναμένουμε ότι το εισόδημά τους θα διαφέρει κατά 34,4% του μέσου όρου.
Το 2012 ο συντελεστής Gini ήταν 34,3%, συνεπώς το 2013 έχουμε αύξηση κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα. Σε σύγκριση με το 1994, έτος κατά το οποίο άρχισε η έρευνα, η συνολική ανισότητα μειώθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες (37,4% το 1994).

* Δείτε αναλυτικά στοιχεία στη στήλη Συνοδευτικό Υλικό.