Φίλτατοι, καλή σας ημέρα.
Αν και η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τις δημοσκοπήσεις και την εκλογική ισχύ των κομμάτων, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αριθμητικό. Είναι θεσμικό και πολιτικό: μπορεί η χώρα να κυβερνηθεί με όρους συνεννόησης, εφόσον δεν προκύψει αυτοδυναμία;
Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας έχει ταυτίσει σχεδόν μηχανικά την πολιτική σταθερότητα με την αυτοδύναμη κυβέρνηση. Οι διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις και η τραυματική περίοδος 2012–2015 ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι η απουσία καθαρής πλειοψηφίας οδηγεί αναγκαστικά σε αδιέξοδο. Όμως αυτή η εξίσωση δεν είναι πλέον δεδομένη, ούτε αυτονόητη.
Το πραγματικό ζήτημα σήμερα δεν είναι αν θα υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση —κάτι που οι δημοσκοπήσεις ήδη προεξοφλούν ως δύσκολο— αλλά αν, στην αντίθετη περίπτωση, τα πολιτικά κόμματα μπορούν να λειτουργήσουν με όρους ωριμότητας και συνεννόησης. Υπό τις παρούσες συνθήκες έντονης τοξικότητας, αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι παράγοντες της αγοράς και θεσμικοί αναλυτές έχουν επανειλημμένα επισημάνει τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας ως κρίσιμου οικονομικού παράγοντα.
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος έχει μιλήσει ανοιχτά για τον κίνδυνο «μη κυβερνησιμότητας», ενώ αναλύσεις διεθνών οίκων, όπως η Moody’s Analytics, συνδέουν την παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα με αύξηση του κόστους δανεισμού, επιβράδυνση των επενδύσεων και υποχώρηση της εμπιστοσύνης.
Παράλληλα, παρεμβάσεις όπως εκείνες του Ευάγγελου Βενιζέλου υπογραμμίζουν ότι η σταθερότητα δεν είναι πολιτικό σύνθημα, αλλά όρος θεσμικής και οικονομικής λειτουργίας.
Το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον ενισχύει αυτή τη διάσταση. Η ενεργειακή πίεση, οι γεωπολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή και η αυξημένη μεταβλητότητα των αγορών καθιστούν κάθε παράγοντα πολιτικής αβεβαιότητας πολλαπλασιαστικό κίνδυνο.
Η ελληνική οικονομία, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να επιβαρύνεται από το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική αστάθεια δεν εκλαμβάνεται ως μια τυπική εκλογική δυσκολία, αλλά ως πραγματικός οικονομικός κίνδυνος.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πρωτίστως πολιτικό και θεσμικό.
Σε όλα τα ώριμα κοινοβουλευτικά συστήματα, οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν αποτελούν εξαίρεση ή ανωμαλία, αλλά μια συνηθισμένη μορφή δημοκρατικής λειτουργίας. Η δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων αποτελεί ένδειξη θεσμικής ωριμότητας και όχι αδυναμίας.
Η δημοκρατία άλλωστε δεν δοκιμάζεται μόνο όταν αναδεικνύει καθαρές πλειοψηφίες. Δοκιμάζεται ακόμη περισσότερο όταν αυτές δεν προκύπτουν. Όταν οι πολίτες δεν δίνουν σε κανέναν λευκή επιταγή. Τότε είναι που τα πολιτικά κόμματα καλούνται να αποδείξουν αν μπορούν να υπερβούν τη μικροκομματική λογική και να ανταποκριθούν στις ανάγκες της χώρας.
Υπό αυτό το πρίσμα, μια ενδεχόμενη αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης δεν θα αποτελούσε απλώς αριθμητική αποτυχία. Θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη αδυναμίας του πολιτικού συστήματος να ανταποκριθεί στη λαϊκή εντολή, διότι θα αποδεικνυόταν ότι, παρά τη σοβαρότητα της συγκυρίας, τα κόμματα επέλεξαν να προτάξουν τη μικροκομματική επιβίωση, τις προσωπικές στρατηγικές και την τοξική πόλωση αντί της ευθύνης διακυβέρνησης.
Και αυτό θα ήταν, τελικά, μια ήττα όχι μόνο της πολιτικής τάξης αλλά και της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας.
Οι επόμενες εκλογές, συνεπώς, δεν θα κρίνουν μόνο ποιος θα κυβερνήσει. Θα κρίνουν αν το ελληνικό πολιτικό σύστημα διαθέτει ακόμη την ωριμότητα να παράγει σταθερότητα, συνεννόηση και συνέχεια σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
Και αυτό είναι, τελικά, το πραγματικό διακύβευμα.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.