Η Ελλάδα, σε συνεργασία με τους πιστωτές της, θα πρέπει να εγκαταλείψει τον πολύ φιλόδοξο στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος που προκαλείται από τη λιτότητα, για να κυνηγήσει ένα πιο ρεαλιστικό και πιο αναπτυξιακό στόχο, σύμφωνα με την Iniohos Advisory Services. Σε αντάλλαγμα, θα πρέπει να επιταχύνει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και σε συνδυασμό με το OSI, χαμηλότερα επιτόκια ή και επέκταση λήξεων, να αποκαταστήσει τη διαχειρισιμότητα του χρέους.
Κατά την εκτίμηση της Iniohos, αυτή θα πρέπει να είναι η κορυφαία προτεραιότητα της επόμενης κυβέρνησης, ανεξαρτήτως της σύνθεσής της, η οποία είναι και προς το συμφέρον της τρόικας.

Η Iniohos επισημαίνει ότι η μείωση του χρέους, η διαχείρισή του αλλά και η υιοθέτηση των μέτρων λιτότητας είναι σημαντικά στοιχεία, αλλά αποτελούν μόνο μέρος της λύσης για την Ελλάδα, αφού ο πυλώνας για τον μετασχηματισμό της οικονομίας της και την επιστροφή της σε μια πορεία βιώσιμης ανάπτυξης είναι η συνεχής υιοθέτηση των βασικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα οδηγήσουν σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Ωστόσο, δεν είναι ένα εύκολο έργο αφού τα τελευταία 35 χρόνια η ελληνική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από νεποτισμό, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά και γραφειοκρατία. Συνεπώς, η προσπάθεια για τη μείωση των δαπανών στον δημόσιο τομέα, η μείωση της διαφθοράς, η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, η επίτευξη απονομής δικαιοσύνης και η μείωση της γραφειοκρατίας με την παράλληλη εισαγωγή μεταρρυθμίσεων δεν είναι απλή υπόθεση.
Η Ελλάδα πρέπει να βρει έναν τρόπο να εκσυγχρονίσει την οικονομία της με ένα δομημένο τρόπο, τονίζει η συμβουλευτική εταιρεία. Για την επίτευξη βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, η ελληνική οικονομία πρέπει να δημιουργήσει ένα πιο φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον για την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων και να ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα. Αν η κύρια απαίτηση είναι μια ανταγωνιστική και ελκυστική οικονομία, η ανταγωνιστικότητα επιτυγχάνεται συνήθως με την εφαρμογή των βασικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες είναι χρονοβόρες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επώδυνες.

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις δείχνουν ότι η Ελλάδα υστερεί καθαρά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες και τις χώρες του ΟΟΣΑ. Την περίοδο 1995-2013, εισροές ήταν κατά μέσο όρο 0,7% του ΑΕΠ, ενώ μειώθηκαν στο 0,6% την περίοδο 2009-2013. Για τις οικονομίες του ΟΟΣΑ, οι μέσοι όροι για τις δύο περιόδους είναι 3,2% και 2,1%, αντίστοιχα.
Είναι επιτακτική ανάγκη η Ελλάδα να προσελκύσει επενδύσεις για να καλύψει τη διαφορά, αλλά η χαμηλή ανταγωνιστικότητα παραμένει το κύριο πρόβλημα.
Συνολικά, καταλήγει η Iniohos Advisory Services, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος και ορισμένα ζητήματα έχουν αντιμετωπιστεί, αλλά το ερώτημα είναι αν αυτό είναι αρκετό.