Ενίσχυση της οικονομίας από εγχώριες πολυεθνικές

Ισχυρή ώθηση στις εξαγωγές, στην επιχειρηματικότητα, στην έρευνα και ανάπτυξη, στην απασχόληση και εν γένει στην Ελληνική Οικονομία δίνει η επέκταση ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στις χώρες της Βαλκανικής. Αυτό ήταν το κύριο συμπέρασμα εκδήλωσης που διοργάνωσε το ΙΟΒΕ με θέμα το ρόλο των Ελληνικών Πολυεθνικών και την αποτίμηση των δραστηριοτήτων τους στην εγχώρια οικονομία.

Ενίσχυση της οικονομίας από εγχώριες πολυεθνικές
Ισχυρή ώθηση στις εξαγωγές, στην επιχειρηματικότητα, στην έρευνα και ανάπτυξη, στην απασχόληση και εν γένει στην Ελληνική Οικονομία δίνει η επέκταση ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στις χώρες της Βαλκανικής. Αυτό ήταν το κύριο συμπέρασμα εκδήλωσης που διοργάνωσε το ΙΟΒΕ με θέμα το ρόλο των Ελληνικών Πολυεθνικών και την αποτίμηση των δραστηριοτήτων τους στην εγχώρια οικονομία.

Στην εκδήλωση παρουσιάστηκε η μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο: ”Ο ρόλος των Ελληνικών Πολυεθνικών Επιχειρήσεων στην οικονομία και προϋποθέσεις περαιτέρω ανάπτυξής τους” με συγγραφείς τον κ. Θ. Παλάσκα, την κ. Παπαναστασίου και ο κ. Φιλιππαίο.

Για το θέμα μίλησαν ο κ. Ευριπίδης Στυλιανίδης, Υφυπουργός Εξωτερικών, και ο κ. Δημήτριος Δασκαλόπουλος, Πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ).

Η μελέτη παρουσιάστηκε από την καθηγήτρια κ. Μ. Παπαναστασίου ενώ την συζήτηση που ακολούθησε συντόνισε ο κ. Τάκης Πολίτης, Επιστημονικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ.

Από την μελέτη προκύπτει ότι οι εγχώριες πολυεθνικές εταιρίες ενισχύουν καθοριστικά την Ελληνική Οικονομία και ότι η ανάπτυξη διεθνών δραστηριοτήτων προκαλεί πολλαπλασιαστικές θετικές επιπτώσεις: δίνει δυναμική ώθηση στις εξαγωγές, ενισχύει την έρευνα και ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τονώνει την απασχόληση.

Το τελευταίο εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς αμφισβητεί έγκυρα την άποψη ότι η επέκταση ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό συνεπάγεται μείωση των εγχώριων θέσεων εργασίας.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα κύρια κίνητρα για την επέκταση ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό είναι η εκμετάλλευση νέων αγορών και η διατήρηση της ανταγωνιστικής τους θέση στη διεθνή αγορά, ενώ αποδίδεται πολύ μικρότερη σημασία στην εκμετάλλευση του χαμηλότερου κόστους στις χώρες υποδοχής.

Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν στο εξωτερικό, ανταποκρινόμενες στις νέες συνθήκες της διεθνοποίησης και όχι αναζητώντας χώρες χαμηλού εργατικού κόστους.

Εξάλλου, οι επιχειρήσεις που επενδύουν στο εξωτερικό διευρύνουν τις επιχειρηματικές τους προοπτικές τους, απευθυνόμενες σε νέες αγορές ενώ παράλληλα ενισχύουν την επιρροή και τον περιφερειακό ρόλο της χώρας ελέγχοντας τοπικά κέντρα αποφάσεων.

Οπως προκύπτει από την μελέτη του ΙΟΒΕ η Ελλάδα κατέχει υψηλή θέση στην παγκόσμια κατάταξη εκροών Ξένων Άμεσεων Επενδύσεων (ΞΑΕ). Το μεγαλύτερο μέρος των εκροών ΞΑΕ της Ελλάδας κατευθύνεται κυρίως προς τις χώρες της Βαλκανικής (Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, ΠΓΔ της Μακεδονίας και την ΟΔ της Γιουγκοσλαβίας) αλλά και στις αγορές της Β. Αφρικής (πχ. Αίγυπτος) και των ΗΠΑ.

Το 2000 δε, για πρώτη φορά, η αξία των ελληνικών επενδύσεων στο εξωτερικό ξεπέρασε αυτή των εισροών. Η Ελλάδα, έχοντας την πιο ανεπτυγμένη οικονομία στην Νοτιοανατολική Ευρώπη και όντας η μόνη χώρα της περιοχής που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2007, απέκτησε προβάδισμα έναντι αφενός όλων των άλλων χωρών των Βαλκανίων και αφετέρου έναντι των εταίρων της στην ΕΕ.

Διαδραματίζει έτσι έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής.

Περισσότερες από 3.500 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων δραστηριοποιούνται σήμερα στις χώρες της Βαλκανικής (Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, ΠΓΔ της Μακεδονίας και την ΟΔ της Γιουγκοσλαβίας) έχοντας επενδύσει, περίπου 6 δισ. δολάρια την τελευταία τριετία.

Ενδεικτικό του δυναμισμού είναι ότι στα νέα μέλη της ΕΕ, δηλαδή, στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία, οι ελληνικές επιχειρήσεις παίζουν κυρίαρχο ρόλο.

Στη Βουλγαρία, η Ελλάδα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος επενδυτής μετά την Αυστρία, με επενδύσεις αξίας 1,4 δισ. ευρώ, στη δε Ρουμανία η Ελλάδα είναι ο 10ος σε σειρά επενδυτής. Συνολικά, 530 ελληνικές επιχειρήσεις στη Ρουμανία έχουν επενδύσει περίπου 3 δισ. ευρώ. Κλάδοι όπως ο τραπεζικός έχουν έντονη παρουσία και στις δυο χώρες, καταλαμβάνοντας την πρώτη και δεύτερη θέση στη Βουλγαρία και Ρουμανία αντίστοιχα.

Συγκεκριμένα, στη Βουλγαρία δραστηριοποιούνται 5 ελληνικές τράπεζες μέσω 363 υποκαταστημάτων όπου απασχολούν περίπου 4,000 εργαζόμενους. Στη Ρουμανία δραστηριοποιούνται 7 τράπεζες, μέσω 266 υποκαταστημάτων όπου απασχολούν περισσότερους από 6,000 εργαζόμενους.

--Κύρια Συμπεράσματα της Μελέτης

Τα κυριότερα αποτελέσματα που στηρίζονται σε ανάλυση πρωτογενούς έρευνας του ΙΟΒΕ συνοψίζονται στα εξής:

1. Αποτίμηση πολυεθνικής δραστηριότητας και κίνητρα πολυεθνικότητας:

Οι ελληνικές πολυεθνικές έχουν αναπτύξει ένα ευρύτατο διεθνές δίκτυο παραγωγής με έντονο περιφερειακό χαρακτήρα. Οι θυγατρικές του δείγματος έχουν παγκόσμια παρουσία. Εντονότερη είναι η παρουσία τους στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό δεν υποβαθμίζει καθόλου την πολυεθνικότητά τους, αλλά αντίθετα αντικατοπτρίζει τον περιφερειακό τους χαρακτήρα.

Ο περιφερειακός χαρακτήρας των θυγατρικών του δείγματος στην Ευρώπη γίνεται εντονότερος μια και η συντριπτική πλειοψηφία των θυγατρικών είναι εγκατεστημένες στα Βαλκάνια.

Συγκεκριμένα, για τις μεταποιητικές θυγατρικές αν και η επικρατέστερη γεωγραφική περιοχή υποδοχής είναι τα Βαλκάνια, καταγράφεται εμφανής επιλογή και άλλων χωρών και ειδικότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Για τις θυγατρικές που ανήκουν στον τομέα των υπηρεσιών εντοπίζεται σαφής γεωγραφική επιλογή, με τις τράπεζες να προτιμούν την επέκταση τους στις Βαλκανικές χώρες, ενώ οι λοιπές υπηρεσίες στρέφονται κυρίως στις αγορές της ΕΕ.

Ποσοτικά στοιχεία μας δείχνουν ότι για το 2005 η συνεισφορά των αλλοδαπών παραγωγικών δραστηριοτήτων των ελληνικών πολυεθνικών, ανέρχεται στο 33% του συνόλου των πωλήσεων και στο 41% του συνόλου των εργαζομένων σε αυτές.

Συνεπώς η αγορά της Ελλάδας εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό κομμάτι των δραστηριοτήτων των μεγάλων εγχώριων πολυεθνικών και βρίσκεται στο επίκεντρο ανάπτυξης ενός πανευρωπαϊκού δικτύου επέκτασης με τις θυγατρικές να παίζουν ένα αξιόλογο αποκεντρωτικό ρόλο στο δίκτυο παραγωγής τους.

Συνοπτικά, αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν πέραν κάθε αμφισβήτησης ότι οι Ελληνικές εκροές ΞΑΕ γίνονται για την εξεύρεση νέων αγορών (market seeking).

Σχετικά με τα κίνητρα ανάληψης πολυεθνικής δραστηριότητας, τα 5 πιο σημαντικά κίνητρα πολυεθνικής δραστηριοποίησης, που κατεγράφησαν με σειρά ιεράρχησης είναι: η εκμετάλλευση νέων αγορών, η διατήρηση ανταγωνιστικής θέσης στη διεθνή αγορά καθώς και άλλοι τρεις παράγοντες που σχετίζονται με την αναζήτηση νέων αγορών δηλαδή η εξυπηρέτηση πελατών, η οριζόντια ολοκλήρωση και η κάλυψη καταναλωτικών αναγκών στις χώρες υποδοχής.

Τα επόμενα 5 σημαντικότερα κίνητρα πολυεθνικής δραστηριοποίησης κατά σειρά ιεράρχησης είναι: η εκμετάλλευση οικονομιών κλίμακας, οι αλλαγές στις συνθήκες ζήτησης, η αναδιοργάνωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων, η εκμετάλλευση χαμηλότερου κόστους σε χώρες υποδοχής και η διατήρηση της ανταγωνιστικής θέσης στην εγχώρια αγορά.

2. Ανταγωνιστικότητα:

Με την ανάληψη επενδυτικής δραστηριότητας στο εξωτερικό, οι εγχώριες πολυεθνικές εταιρείες έχουν ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα τους, με αποτέλεσμα την καταγραφή δυναμικού ρυθμού αύξησης των πωλήσεων τους αλλά και τη διατήρηση μιας υγιούς οικονομικής θέσης.

Η πολύ εντονότερη δραστηριοποίηση των πολυεθνικών από το μέσο όρο της ελληνικής επιχειρηματικής δραστηριότητας σε δράσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, δηλαδή Ε&Α, αντικατοπτρίζει τη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου παραγωγικού προφίλ, που θεωρείται απαραίτητο για την επέκταση και επικράτηση σε νέες αγορές.

Ταυτόχρονα, ισχυροποιούν τις παραγωγικές δομές της εγχώριας αγοράς σε δομές έντασης γνώσης και εξειδίκευσης. Η συμμετοχή των δαπανών Ε&Α στον κύκλο εργασιών (R&D intensity) αυξάνει με ισχυρό μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 15, 1% στη διάρκεια της περιόδου 2001-2005.

Συγκρίνοντας δε, τους ρυθμούς των συγκεκριμένων επιχειρήσεων με εκείνους του ιδιωτικού τομέα στο σύνολο της χώρας παρατηρούμε ότι ο τελευταίος υστερεί απελπιστικά, αφού όχι μόνο το 2004 ανέρχεται μόλις σε 0,17% αλλά και υποχωρεί συγκριτικά με το 2001 που υπερβαίνει το 0.2%.

3. Εξαγωγές:

Οι επιχειρήσεις του δείγματος, σε επίπεδο ομίλου, αυξάνουν με πραγματικά εκρηκτικούς ρυθμούς τις εξαγωγές τους επιτυγχάνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξης του 170% κατά την περίοδο 2001-2004.

Την αντίστοιχη περίοδο ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των Ελληνικών εξαγωγών ήταν περίπου 18%, δηλαδή οι πολυεθνικές επιχειρήσεις του δείγματος κινούνται με 10πλάσιους ρυθμούς σε σχέση με τον μέσο όρο της εγχώριας οικονομίας.

Οι εξαγωγές που πραγματοποιούνται από τις εγχώριες παραγωγικές δραστηριότητες των ΠΕ του δείγματος είναι επίσης εντυπωσιακά δυναμικές. Συγκεκριμένα, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των εγχωρίων εξαγωγών των ΠΕ στο σύνολο του δείγματος είναι 114% για την περίοδο 2001-2005.

4. Απασχόληση:

Οι Ελληνικές πολυεθνικές διακρίνονται από μια δυναμική αύξηση των θέσεων εργασίας, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 7,9% κατά την τελευταία πενταετία 2001-2005. Αυτός ο ρυθμός αύξησης είναι σχεδόν τετραπλάσιος του μέσου ρυθμού αύξησης της απασχόλησης στην Ελλάδα (περίπου 2% για την ίδια περίοδο).

Αυτή η δυναμική εξέλιξη, αποδεικνύει ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις εκτεθειμένες στο διεθνή ανταγωνισμό δημιουργούν θέσεις εργασίας με ταχύτερους ρυθμούς ενισχύοντας έτσι τόσο την εγχώρια όσο και την αλλοδαπή αγορά εργασίας.

Στον ευαίσθητο τομέα της απασχόλησης, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η πολυεθνικότητα τους λειτουργεί ως ανάχωμα στην ανεργία, καθώς διατηρούν τις θέσεις εργασίας στην Ελλάδα και σε πολλές περιπτώσεις τις αυξάνουν. Ειδικότερα στη βιομηχανία, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αυξάνουν στην πενταετία 2004-2005 τον αριθμό των απασχολουμένων στην Ελλάδα με ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1,5%, ενώ στο σύνολο του τομέα η αύξηση ήταν 1,2%.

5. Επιπτώσεις της πολυεθνικής δραστηριότητας στην επιχειρηματικότητα:

Η ανάλυση των επιπτώσεων της πολυεθνικής δραστηριοποίησης των εγχώριων επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία έδειξε ότι έχουν καθοριστική επίπτωση στην ανάπτυξη της εγχώριας επιχειρηματικότητας.

Οι εκροές ΞΑΕ, για το σύνολο του δείγματος έχουν καθοριστική επίπτωση στην ανάπτυξη της εγχώριας επιχειρηματικότητας, και σε δεύτερο επίπεδο στην βελτίωση των καινοτομικών ικανοτήτων των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους.

Η επιχειρηματικότητα αποτελεί την πλέον καθοριστική επίπτωση και σε κλαδικό επίπεδο των δύο τομέων, τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες. Στη βιομηχανία παρατηρούμε ότι η βελτίωση της καινοτομικής ικανότητας αναδεικνύεται ως η δεύτερη σημαντικότερη επίπτωση μαζί με τη σύνδεση της επιχειρηματικής και ερευνητικής κοινότητας.

Στις υπηρεσίες δεύτερη σημαντικότερη επίπτωση για την ελληνική οικονομία αποτελεί η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και ακολουθείται από την ενίσχυση των εισροών ξένων επενδύσεων. Όσον αφορά το τελευταίο, καθοριστική είναι η επίπτωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, με την είσοδο ξένων πιστωτικών ιδρυμάτων με πρόσφατες εξαγορές.

6. Κίνητρα ενίσχυσης ΞΑΕ.

Στα πλαίσια της πρωτογενούς έρευνας του ΙΟΒΕ ζητήθηκε από τις επιχειρήσεις να αξιολογήσουν τις κυβερνητικές πολιτικές που σχετίζονται με τις εκροές ΞΑΕ.

Οι επιχειρήσεις του δείγματος εκτιμούν ως αντικίνητρα για την ανάληψη πολυεθνικής δραστηριότητας, τη νομοθεσία για τη φορολογία μερισμάτων που εισπράττονται από τις θυγατρικές, καθώς και τη μη αναγνώριση διοικητικών δαπανών που σχετίζονται με την ανάληψη της πολυεθνικής δραστηριότητας.

Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα σε επίπεδο κλάδου, ξεχωρίζοντας επιπλέον τη σημασία της οικονομικής διπλωματίας για το σύνολο του βιομηχανικού κλάδου. Συνεπώς, το θεσμικό πλαίσιο που μειώνει το κόστος των συναλλαγών και των αποτελεσμάτων αυτών θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για την απόφαση για ΞΑΕ.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο