Οριακή ενίσχυση της απασχόλησης, η οποία όμως οφείλεται σε αύξηση της μερικής και προσωρινής εργασίας, και μείωση της ανεργίας στο 26,5% από 27,5% το 2013, εμφάνισε η αγορά εργασίας το 2014, βάζοντας «φρένο» στη συνεχή επιδείνωση της αγοράς εργασίας την τελευταία εξαετία λόγω κρίσης. Εξέλιξη θετική, που όμως δεν κράτησε πολύ καθώς λόγω των πολιτικών εξελίξεων και της αβεβαιότητας το α΄ τρίμηνο του 2015 η κατάσταση επιδεινώθηκε και πάλι.
Αυτό προκύπτει από τη μελέτη σχετικά με την απασχόληση και την ανεργία που εκπόνησε η ICAP Group, η οποία καταδεικνύει ότι το κόστος της οικονομικής ύφεσης σε όρους θέσεων απασχόλησης ήταν κολοσσιαίο, με συνέπεια η αγορά εργασίας να έχει επηρεαστεί δραματικά, η δε αποκλιμάκωση της ανεργίας να καθίσταται μια πολύ αργή και επίπονη διαδικασία, που θα απαιτήσει τεράστιες προσπάθειες.
Σχολιάζοντας την έρευνα, ο κ. Νικήτας Κωνσταντέλλος, διευθύνων σύμβουλος της ICAP δήλωσε σχετικά: «Το 2014 υπήρξε έτος ανάσχεσης για την αγορά εργασίας, με την απασχόληση να καταγράφει αύξηση, για πρώτη φορά μετά το 2008. Παράλληλα, θετική ήταν η εξέλιξη και όσον αφορά στον αριθμό των ανέργων, ο οποίος μειώθηκε κατά 6,8% σε ετήσια βάση. Ωστόσο η ευφορία που δημιουργήθηκε από τη θετική αυτή εξέλιξη δεν είχε μεγάλη διάρκεια, αφού στις αρχές του 2015 αφενός μπήκε φρένο στην ανάκαμψη της απασχόλησης, αφετέρου αυξήθηκε πάλι (οριακά) το ποσοστό ανεργίας. Το Α΄ τρίμηνο του 2015, η απασχόληση στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 0,9% συγκριτικά με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, παρέμεινε όμως οριακά αυξημένη (0,6%) σε σχέση με τις αρχές του 2014. Το ποσοστό ανεργίας στο Α΄ τρίμηνο του 2015 αυξήθηκε σε 26,6%, έναντι αντίστοιχου ποσοστού 26,1% του αμέσως προηγούμενου τριμήνου».

Όπως σημειώνει ο ίδιος, «οι επιπτώσεις της πολύχρονης ύφεσης ήταν δραματικές για την αγορά εργασίας, η δε ανεργία εξακολουθεί να κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα, με συνέπεια η αποκλιμάκωσή της να αποτελεί μια πολύ αργή διαδικασία, που θα απαιτήσει τεράστιες προσπάθειες. Η αποκατάσταση λοιπόν θετικών ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας και η άρση της αβεβαιότητας αποτελούν την βασική προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδύσεων και τη σταδιακή μείωση του πλήθους των ανέργων. Μετά δε τις δραματικές εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις της Κυβέρνησης με τους Δανειστές, ευελπιστώ να επιτευχθεί τελικά συμφωνία που θα οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση του οικονομικού κλίματος, ώστε αυτό να βοηθήσει τις εταιρίες να ξεπεράσουν τις αρνητικές επιπτώσεις των προτεινόμενων σκληρών μέτρων, που αδικαιολόγητα, για ακόμα μία φορά, είχαν ως επίκεντρο τον πολύπαθο Ιδιωτικό Τομέα. Καλούνται λοιπόν ξανά οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τον πυλώνα στήριξης της εγχώριας οικονομίας, να πρωτοστατήσουν, κόντρα στις συνεχείς αντιξοότητες, στην επάνοδο της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης».
Ειδικότερα, όπως σημειώνει η μελέτη της ICAP, το έτος 2014 σηματοδότησε για την ελληνική οικονομία την ανακοπή της συνεχούς πτώσης, μετά από μία εξαετία βαθιάς ύφεσης. Το ΑΕΠ (σε ετήσια βάση) σημείωσε μικρή ανάκαμψη με την καταγραφή χαμηλού θετικού ρυθμού μεταβολής (0,8%). Με βάση τα τριμηνιαία στοιχεία, στο τελευταίο τρίμηνο του έτους ο ρυθμός μεταβολής για το (εποχιακά διορθωμένο) ΑΕΠ υποχώρησε σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, ωστόσο συγκρινόμενο με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2013 κατέγραψε αύξηση 1,3%. Παρά την επιβράδυνση στα τέλη του έτους, η επαναφορά σε θετική τροχιά είναι γεγονός αδιαμφισβήτητα θετικό.
Εν τούτοις η σωρευτική υποχώρηση του ΑΕΠ (σε σταθερές τιμές) κατά ένα ποσοστό που υπερέβη το 23% στο διάστημα 2008-2013, προκάλεσε βαριές απώλειες στην αγορά εργασίας. Η σωρευτική μείωση των απασχολουμένων μόνο για την περίοδο 2010-2013 ανέρχεται σε 19,2% (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ - ετήσια έκθεση 2014), γεγονός που σημαίνει ότι το «βάρος» της ύφεσης το επωμίσθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου η αγορά εργασίας, αναφέρει η μελέτη.
Όπως είχε εντοπισθεί στις προηγούμενες εκδόσεις, η εντονότερη μείωση της απασχόλησης σημειώθηκε τη διετία 2011/12 (-9,2% το 2011 και -7,5% το 2012), ενώ το 2013 παρατηρήθηκε αξιόλογη επιβράδυνση του ρυθμού μείωσής της, σε -3,3%. Ωστόσο, το 2014 η τάση αυτή αναστρέφεται και η απασχόληση καταγράφει αύξηση με ρυθμό 1,6% (Δ΄ τρίμηνο 2014 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2013).
Οι αλλαγές αυτές περιόρισαν σε χαμηλότερα επίπεδα και το λόγο «άνεργοι/απασχολούμενοι», ωστόσο ο δείκτης -35,2%- εξακολουθεί να θεωρείται υψηλός (Δ΄ τρίμηνο 2014).
Σε αυτές τις συνθήκες είναι σημαντικό να δοθεί μια σαφής εικόνα των εξελίξεων και των τάσεων σχετικά με το μέτωπο της απασχόλησης και ιδιαίτερα εκείνο της ανεργίας, η οποία επηρεάζει σοβαρά τις προοπτικές εξέλιξης, σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.
Απασχόληση / Εργατικό Δυναμικό.
Όπως προκύπτει από τη μελέτη της ICAP, το 2014 σημειώθηκαν θετικές ενδείξεις ανάκαμψης στην αγορά εργασίας, μετά από σειρά ετών αρνητικής πορείας. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία των τριμηνιαίων Ερευνών Εργατικού Δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το τελευταίο έτος υπήρξε αύξηση της απασχόλησης και, μικρή έστω, υποχώρηση της ανεργίας.

Ωστόσο, η ευφορία που δημιουργήθηκε από τη θετική γενικά εξέλιξη δεν είχε μεγάλη διάρκεια, αφού οι πολιτικές εξελίξεις και η παρατεταμένη αβεβαιότητα των πρώτων μηνών του 2015, επέφεραν την ανάσχεση των θετικών εξελίξεων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Α΄ τριμήνου του τρέχοντος έτους που θα αναλυθούν στη συνέχεια.
Σε ετήσια βάση, η απασχόληση ανέκαμψε το 2014, για πρώτη φορά μετά το 2008. Ο μέσος αριθμός των απασχολουμένων σημείωσε αύξηση 0,66% (ή 23,1 χιλ. άτομα), το 2014/13. Η ανάκαμψη της απασχόλησης το 2014 είναι σημαντική, ο δε αριθμός των απασχολουμένων κατά το Δ΄ τρίμηνο του έτους ανήλθε σε 3.535,3 χιλ., που συνεπάγεται ότι στο εν λόγω έτος υπήρξε προσθήκη 55,4 χιλ. θέσεων εργασίας. Μάλιστα η απασχόληση (με βάση τις ετήσιες συγκρίσεις μεγεθών) κατέγραψε σταθερά θετική μεταβολή από το Β΄ τρίμηνο του 2014 μέχρι και τα τέλη του έτους.
Αύξηση της προσωρινής ή μερικής απασχόλησης

Ωστόσο, όπως σημειώνει η ICAP, δεν περνάει απαρατήρητο το γεγονός ότι η αύξηση της απασχόλησης το 2014 οφείλεται ως ένα βαθμό στη διευρυμένη συμμετοχή εργαζομένων με σχέση προσωρινής εργασίας (διάγραμμα 5), ή ακόμα και μερικής απασχόλησης. Εξετάζοντας την εξαετία 2008-2014 (Δ΄ τρίμηνο), η συνολική απώλεια των θέσεων εργασίας στη διάρκεια της κρίσης έφθασε το εντυπωσιακό μέγεθος του 1,03 εκατ. θέσεων.
Φαίνεται λοιπόν ότι, παρά την (μικρή έστω) ανάκαμψη πρόσφατα, το χάσμα σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα της απασχόλησης παραμένει τεράστιο, απαιτείται δε γιγαντιαία προσπάθεια σε βάθος χρόνου, για να επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα. Το γεγονός αυτό αποτελεί το σημαντικότερο ίσως αντίκτυπο της βαθιάς οικονομικής ύφεσης που έπληξε τη χώρα.
Η εξέλιξη ανά τρίμηνο του 2014
Σχετικά με τη σύνθεση, σύμφωνα με τη μελέτη, το εργατικό δυναμικό των 4.781,1 χιλ. ατόμων της Ελλάδος αντιστοιχεί στο 51,6% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (άτομα ηλικίας >15 ετών), ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 3.535,3 χιλ. άτομα (Δ΄ τρίμηνο 2014) αντιστοιχεί στο 38,1% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.
Από την άλλη πλευρά, κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2014, ένα ποσοστό 48,4% του παραγωγικού πληθυσμού (4.487,4 χιλ. άτομα) δεν ήταν ενταγμένα στην αγορά εργασίας, ήταν δηλαδή μη οικονομικά ενεργοί.
Όσον αφορά τις εξελίξεις στο μέτωπο της ανεργίας, παρατηρείται ότι από τις αρχές του 2009 έως τα μέσα του 2010 η αύξηση της ανεργίας δεν προήλθε μόνο από τη μείωση της απασχόλησης, αλλά και από την αύξηση του εργατικού δυναμικού. Αντίθετα, από το 2011 καταγράφεται (παράλληλα και με τη μείωση της απασχόλησης) συνεχής μείωση του εργατικού δυναμικού, τάση η οποία εξακολουθεί μέχρι και το Δ΄ τρίμηνο του 2014, με συνέπεια το δυναμικό να παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τη διετία 2009-2010.
Λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές στην απασχόληση κάθε τριμήνου (σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους), εντοπίζεται σύμφωνα με την ICAP μεγάλη ανατροπή το 2014. Πράγματι, την προηγούμενη τετραετία η εξέλιξη της απασχόλησης ήταν σταθερά φθίνουσα, τάση που χαρακτήρισε και το 2013, οπότε οι απώλειες στην απασχόληση ναι μεν είχαν φθίνουσα τάση, ωστόσο υπερέβαιναν σταθερά τις 100 χιλ. θέσεις σε όλα τα τρίμηνα.
Αντίθετα, το 2014 μικρής κλίμακας απώλειες καταγράφηκαν μόνο στο Α΄ τρίμηνο, ενώ στη συνέχεια οι μεταβολές στην απασχόληση ήταν συνεχώς θετικές (προσθήκη θέσεων εργασίας), για πρώτη φορά από το 2010.
Η απασχόληση ανά φύλο
Περαιτέρω, εξετάζοντας τις εξελίξεις με βάση το φύλο των απασχολουμένων, στις προηγούμενες εκδόσεις είχε παρατηρηθεί ότι, το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στη συνολική απώλεια της απασχόλησης αυξήθηκε σταδιακά την περίοδο 2011-2013, με συνέπεια να φθάσει περίπου το 50% των συνολικών απωλειών, το Δ΄ τρίμηνο του 2013.
Το τελευταίο έτος η εικόνα αλλάζει εντελώς, με την όποια απώλεια θέσεων απασχόλησης να προέρχεται αποκλειστικά από τους άνδρες (στα τρία εκ των τεσσάρων τριμήνων). Αντίθετα, στις γυναίκες καταγράφεται συνεχώς αύξηση στην απασχόληση από το Β΄ τρίμηνο του 2014, με εμφανώς επιταχυνόμενο ρυθμό μάλιστα, η οποία και υπερκάλυψε τις παράλληλες απώλειες των ανδρών. Η αύξηση της γυναικείας απασχόλησης αφορά σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, ωστόσο μεγαλύτερες αυξήσεις (σε απόλυτα μεγέθη) καταγράφονται (το Δ΄ τρίμηνο ιδίως) στις ηλικιακές ομάδες 30-44, 45-64 και 25-29.

Ωστόσο, όπως σημειώνεται στη μελέτη της ICAP, η συμμετοχή των εργαζομένων με μερική απασχόληση διευρύνθηκε αισθητά την τελευταία τετραετία. Ειδικότερα, το ποσοστό της μερικής απασχόλησης κινείται σταθερά ανοδικά, με συνέπεια να ανέλθει σε 9,9% της συνολικής το Δ΄ τρίμηνο του 2014, από 6,5% το Α΄ τρίμηνο του 2010.
Από το υποσύνολο αυτό των εργαζομένων, το μεγαλύτερο μέρος τους έκανε τη συγκεκριμένη επιλογή διότι δεν μπόρεσε να βρει πλήρη απασχόληση. Ωστόσο, εάν εστιάσουμε στις πρόσφατες μεταβολές της απασχόλησης (μειώσεις-αυξήσεις ανά τρίμηνο) τότε προκύπτει ότι από τις 55,4 χιλ. νέες θέσεις εργασίας του Δ΄ τρίμηνου του 2014, οι 49,5 χιλ. ή ποσοστό 89,3% αφορούν μερική απασχόληση.
Η εικόνα ανά κλάδο
Τέλος, αναφορικά με τις μεταβολές της απασχόλησης σε κλαδικό επίπεδο, σημαντικές αυξήσεις σε όλη τη διάρκεια του έτους παρουσίασαν κυρίως κλάδοι του τριτογενούς τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γ΄ και Δ΄ τριμήνου του 2014 ειδικότερα, η αυξημένη απασχόληση προήλθε κυρίως από τον κλάδο υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης (+51 χιλ. και +49,6 χιλ. άτομα), γεγονός που συνάδει με την εντυπωσιακή αύξηση της τουριστικής κίνησης. Επίσης σημαντική ήταν η συμβολή και του κλάδου παροχής διοικητικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων και της εκπαίδευσης.
Αντίθετα, η δυσμενέστερη εικόνα σημειώθηκε στους κλάδους των κατασκευών και της μεταποίησης, οι οποίοι παρουσιάζουν συνεχώς μειώσεις της απασχόλησης, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 2011-2014 (επί 16 συνεχόμενα τρίμηνα).
Ενδεικτικό της εικόνας αλλαγής που κατέγραψε η αγορά εργασίας το τελευταίο έτος, είναι το γεγονός ότι το Δ΄ τρίμηνο του 2014 δώδεκα (12) από τους συνολικά 21 ευρύτερους κλάδους της εγχώριας οικονομίας παρουσίασαν αύξηση απασχόλησης, έναντι τεσσάρων και πέντε κλάδων αντίστοιχα, στα τέλη του 2011 και 2012.
Οι εξελίξεις το Α΄ τρίμηνο του 2015
Η θετική εικόνα που υπήρξε το 2014, δείχνει να ξεθωριάζει το τρέχον έτος, αφού το Α΄ τρίμηνο του 2015 αφενός «μπήκε φρένο» στην ανάκαμψη της απασχόλησης, αφετέρου αυξήθηκε πάλι (οριακά) το ποσοστό ανεργίας, βάσει τριμηνιαίας σύγκρισης.
Βάσει των πρόσφατων στοιχείων της έρευνας εργατικού δυναμικού για το Α΄ τρίμηνο του 2015, προκύπτουν τα εξής:
- Η απασχόληση στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 0,9% συγκριτικά με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο (Δ΄ – 2014), ήταν όμως αυξημένη (κατά 0,6%) σε σχέση με το Α΄ τρίμηνο του 2014. Ο αριθμός των απασχολουμένων το 2015 διαμορφώθηκε σε 3.504,4 χιλ. άτομα (από 3.535,3 χιλ., κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2014), σημειώθηκε επομένως μείωση σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο. Όμως σε ετήσια βάση υπήρξε τελικά προσθήκη 20,7 χιλ. θέσεων εργασίας (συγκριτικά με το Α΄ τρίμηνο του 2014), σημειώνοντας θετική (ετήσια) μεταβολή για τέσσερα συνεχή τρίμηνα.
- Από την άλλη μεριά, 4.482,2 χιλ. άτομα το 2015 (ή το 48,4% του συνολικού πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας) ήταν μη οικονομικά ενεργοί.
- Οι πρόσφατες αλλαγές αναίρεσαν την (προαναφερθείσα) βελτίωση του λόγου «άνεργοι/απασχολούμενοι», με το δείκτη να ανέρχεται πλέον σε 36,3% το Α΄ τρίμηνο του 2015, από 35,2% που είχε διαμορφωθεί το Δ΄ τρίμηνο του 2014.
- Το ποσοστό μερικής απασχόλησης κάλυψε το 10% του συνόλου, με τη μεγάλη πλειοψηφία των μερικώς απασχολούμενων (68,5%) να δηλώνει ότι η επιλογή ήταν αναγκαστική, διότι δεν μπόρεσαν να βρουν κάποια θέση πλήρους απασχόλησης. Οι θέσεις της μερικής απασχόλησης ανήλθαν σε 350,9 χιλ. το 2015 (αυξημένες κατά 30,7 χιλ. συγκριτικά με το Α΄ τρίμηνο του 2014).
- Το ποσοστό των μισθωτών εκτιμάται σε 64%, με το δείκτη αυτό να παραμένει σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα από το μέσο όρο της Ε.Ε., όπου οι μισθωτοί αντιστοιχούν σε 83,5% του συνόλου απασχολουμένων.
- Σχετικά με την κατανομή ανά τομέα της οικονομίας, το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων, 71,3%, αντιστοιχεί στον τριτογενή τομέα, ενώ τα μερίδια του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα ήταν 13,6% και 15,1% αντίστοιχα το 2015.
- Τέλος, αναφορικά με τις μεταβολές της απασχόλησης σε κλαδικό επίπεδο (πίνακας 6), σημαντικές αυξήσεις παρουσίασαν κυρίως κλάδοι του Τριτογενούς τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Α΄ τριμήνου του 2015 (σε σχέση με το αντίστοιχο του 2014), αυξημένη απασχόληση καταγράφεται κυρίως στον κλάδο υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης (+27,6 χιλ. άτομα), στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο (20,6 χιλ.) και στη μεταποίηση (11,9 χιλ.). Αντίθετα, η δυσμενέστερη εικόνα σημειώθηκε στους κλάδους της Δημόσιας Διοίκησης/Άμυνας/Κοινωνικής Ασφάλισης (-27,4 χιλ.) και Χρηματοπιστωτικών και Ασφαλιστικών δραστηριοτήτων (-18,9 χιλ.), ενώ σταθερά αρνητική εικόνα προβάλλει και ο κλάδος των κατασκευών που παρουσιάζει συνεχώς μειώσεις της απασχόλησης, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 2011-2015 (επί 17 συνεχόμενα τρίμηνα).
Τέλος, όπως και κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2014, έτσι και τώρα σε δώδεκα (12) από τους συνολικά 21 ευρύτερους κλάδους της εγχώριας οικονομίας καταγράφηκε αύξηση της απασχόλησης, έναντι πέντε και οκτώ κλάδων αντίστοιχα, στα τέλη του 2012 και 2013.
Η εξέλιξη της ανεργίας το 2014
Σύμφωνα με τη μελέτη της ICAP, ο αριθμός των ανέργων στη χώρα μας εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, παρά τη (μικρή) μείωσή τους το τελευταίο έτος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η ανεργία το τελευταίο έτος περιορίστηκε, με συνέπεια το Δ΄ τρίμηνο του 2014 ο αριθμός των ανέργων διαμορφώθηκε σε 1.245.864 άτομα, μειωμένος κατά 6,8% σε ετήσια βάση. Ωστόσο συγκριτικά με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο ήταν ελάχιστα αυξημένος.

Το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 26,5% το 2014 (έναντι ποσοστού 27,5% το 2013), γεγονός που καταγράφεται για πρώτη φορά μετά το 2008. Στο Δ΄ τρίμηνο του 2014 το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε σε 26,1%, μειωμένο κατά 1,7 ποσοστιαία μονάδα σε ετήσια βάση (από 27,8% το Δ΄ τρίμηνο του 2013).
Η αξιόλογη ανάκαμψη στο μέτωπο της απασχόλησης το 2014, δημιούργησε προσδοκίες για σταδιακή αναστροφή του αρνητικού κλίματος, δεδομένης και της καταγραφείσας βελτίωσης του ΑΕΠ. Παρά την επιβράδυνση στα τέλη του 2014, η επαναφορά σε θετική τροχιά ήταν γεγονός αδιαμφισβήτητα θετικό.
Ωστόσο, όπως φάνηκε από τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας, η έντονη αβεβαιότητα που κυριαρχεί το τρέχον έτος, «αναίρεσε» σε μεγάλο βαθμό τις θετικές εξελίξεις στο θέμα της ανεργίας, όπως θα περιγραφεί στη συνέχεια.
Χαρακτηριστικά της ανεργίας κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2014
Η εκτίναξη του ποσοστού ανεργίας τα τελευταία χρόνια συνοδεύεται από τη διαφοροποίηση της σύνθεσης των ανέργων ως προς τα διάφορα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους (ηλικία, φύλο, μόρφωση κλπ.), όπως σημειώνεται στη μελέτη. Εξετάζοντας τη σύνθεση των συνολικά καταγεγραμμένων ανέργων με βάση την ηλικιακή κλίμακα προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Κατ' αρχήν παραμένει έντονα αρνητικό το γεγονός της πολύ υψηλής ανεργίας των νέων (ηλικίες 15-24 ετών), εφόσον πάνω από το 50% των ατόμων αυτής της ομάδας δεν βρίσκουν θέση στην αγορά εργασίας.
Από τους 1.245.864 άνεργους (Δ΄ τρίμηνο του 2014), ποσοστό 41,9% (521,9 χιλ. περίπου) είναι άτομα ηλικίας 30-44 ετών, ενώ το 27,3% (340,1 χιλ. άτομα) είναι ηλικίας 45-64 ετών.
Ωστόσο, με βάση το ποσοστό συμμετοχής των ανέργων κάθε ηλικιακής ομάδας στο σύνολο του εργατικού δυναμικού της ομάδας, είναι ξεκάθαρο ότι οι ομάδες που κατ' εξοχήν πλήττονται από την ανεργία είναι οι νέοι και ειδικότερα τα άτομα ηλικίας 15-19 και 20-24, όπου το ποσοστό ανεργίας τους παραμένει το υψηλότερο, καθώς φτάνει το 53,1% και 51,3% αντίστοιχα στο Δ΄ τρίμηνο του 2014, ενώ στο τελευταίο τρίμηνο του 2013 τα σχετικά ποσοστά ανέρχονταν σε 71,4% και το 54,6% αντίστοιχα.
Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών είναι σημαντικά υψηλότερο (κατά 6,3 ποσοστιαίες μονάδες) σε σύγκριση με αυτό των ανδρών. Συγκεκριμένα, το Δλ τρίμηνο του 2014 η ανεργία στις γυναίκες ανήλθε σε 29,6%, ενώ στους άνδρες σε 23,3% αντίστοιχα.
Αυξήθηκαν οι μακροχρόνια άνεργοι
Η αυξανόμενη δυσκολία εύρεσης εργασίας λόγω της παρατεταμένης ύφεσης οδήγησε σε εντυπωσιακή διεύρυνση των μακροχρόνια ανέργων (δηλαδή όσων αναζητούν εργασία πάνω από 12 μήνες). Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (Δ΄ τρίμηνο του 2014), από το σύνολο των ανέργων το 73% (909,4 χιλ.) είναι μακροχρόνια άνεργοι, ενώ το 24,3% είναι νέοι άνεργοι, δηλαδή εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας αναζητώντας απασχόληση.

Σχετικά με την κατανομή της ανεργίας με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης, παρατηρείται ότι το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (επί του εργατικού δυναμικού της ομάδας) καταγράφεται στα άτομα που δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (41%), ή δεν έχουν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση (43%) και ακολουθούν οι απόφοιτοι Γυμνασίου (30,1%). Από την άλλη πλευρά, τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας (συγκριτικά) παρατηρούνται στην κατηγορία των κατόχων διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου (13,1%) και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (19,8%).
Αξίζει να επισημανθεί ότι στις πέντε από τις οκτώ ομάδες (με βάση την εκπαίδευση) τα ποσοστά ανεργίας μειώθηκαν το 2014/13, ενώ στις λοιπές τρεις τα ποσοστά διευρύνθηκαν, με πιο έντονο το φαινόμενο στις ομάδες χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.
Η ανεργία ανά Περιφέρεια
Σύμφωνα με την ICAP, η ανεργία σε πέντε (5) από τις δεκατρείς (13) Περιφέρειες της Ελλάδος κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2014 ήταν μεγαλύτερη από το μέσο ποσοστό ανεργίας της χώρας. Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στην περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας, όπου οι άνεργοι καλύπτουν το 27,9% του εργατικού δυναμικού της, ενώ ακολουθούν η Δυτική Μακεδονία (με 27,9%) και η Δυτική Ελλάδα (με 27,8%). Εντυπωσιακή ωστόσο ήταν η βελτίωση που παρατηρήθηκε στη διάρκεια του έτους όσον αφορά στο Νότιο Αιγαίο, όπου το ποσοστό ανεργίας συρρικνώθηκε, από 30,3% (Α΄ τρίμηνο) σε 16,9% στο Δ΄ τρίμηνο του 2014.
Οι εξελίξεις το Α΄ τρίμηνο του 2015
Όπως αναφέρει η μελέτη της ICAP, το Α΄ τρίμηνο του 2015 ο αριθμός των ανέργων διαμορφώθηκε σε 1.272.541 άτομα, μειωμένος κατά 5,2% σε ετήσια βάση, ωστόσο συγκριτικά με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο ήταν αυξημένος κατά 2,1%. Επίσης, το ίδιο διάστημα το ποσοστό ανεργίας ανήλθε σε 26,6%, έναντι αντίστοιχου 26,1% του αμέσως προηγούμενου τριμήνου.
Από τους 1.272.541 άνεργους (Α΄ Τρίμηνο του 2015), ποσοστό 42,7% είναι άτομα ηλικίας 30-44 ετών (543,6 χιλ. άτομα), ενώ το 28,5% είναι ηλικίας 45-64 ετών (362,9 χιλ. άτομα).
Με βάση το ποσοστό συμμετοχής των ανέργων κάθε ηλικιακής ομάδας στο σύνολο του εργατικού δυναμικού της συγκεκριμένης ομάδας, παραμένει το γεγονός ότι η ανεργία πλήττει κατ' εξοχήν τους νέους και ειδικότερα τα άτομα ηλικίας 15-19 και 20-24. Το ποσοστό ανεργίας στην ηλικιακή ομάδα 15-19 παραμένει το μεγαλύτερο και διαμορφώθηκε σε 59,7% το Α΄ τρίμηνο του 2015, ωστόσο υποχώρησε σημαντικά σε σχέση με το Α΄ τρίμηνο του 2014 (71,6%). Αντίστοιχα, το ποσοστό ανεργίας στην ηλικιακή ομάδα 20-24 διαμορφώθηκε σε 51% το τρέχον έτος.
Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών είναι σημαντικά υψηλότερο (κατά 7,1 ποσοστιαίες μονάδες) από εκείνο των ανδρών. Συγκεκριμένα, το Α΄ τρίμηνο του 2015 το ποσοστό ανεργίας στις γυναίκες ανήλθε σε 30,6%, ενώ στους άνδρες σε 23,5% αντίστοιχα (διάγραμμα 9).
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, από το σύνολο των ανέργων το 71,6% είναι μακροχρόνια άνεργοι, ενώ το 23,2% είναι νέοι άνεργοι, δηλαδή πρόκειται για άτομα που δεν έχουν εργαστεί ποτέ στο παρελθόν.
Το Α΄ τρίμηνο του 2015 το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (29%) παρατηρείται στην περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδας και της Δυτικής Μακεδονίας, ενώ ακολουθούν τα Ιόνια νησιά με 28,9%. Αντίθετα, τα χαμηλότερα ποσοστά εντοπίζονται στο Βόρειο Αιγαίο (20,2%) και την Πελοπόννησο (23,9%) την ίδια περίοδο.
*Δείτε την έρευνα της ICAP Group στη δεξιά στήλη «Συνοδευτικό υλικό».