Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Η πανδημία μας δένει οριστικά με τα δεσμά των πλεονασμάτων

Το χρέος που συσσωρεύτηκε κατά την πανδημία περιορίζει ασφυκτικά τα περιθώρια χαλάρωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων. Στην κόψη του 15% του ΑΕΠ βρίσκονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες την ερχόμενη δεκαετία.

Η πανδημία μας δένει οριστικά με τα δεσμά των πλεονασμάτων

Φρένο στις όποιες προσδοκίες δραστικής συρρίκνωσης των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα όταν οι στόχοι και οι κανόνες επανέλθουν στο προσκήνιο έβαλε εμμέσως πλην σαφώς η Τράπεζα της Ελλάδος την περασμένη εβδομάδα. 

Η απόφαση του Eurogroup του Ιουνίου 2018, έθετε τον πήχη των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 3,5% του ΑΕΠ έως και το 2022 και στο 2,2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την περίοδο από το 2023 έως το 2060 , στόχοι οι οποίοι συνοδεύονταν από τη διαπίστωση πως «οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας θα πρέπει να παραμείνουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και κάτω από το 20% του ΑΕΠ στη συνέχεια», προκειμένου να εξασφαλίζεται η σταθερή μείωση του δημοσίου χρέους.

Σύμφωνα με τη νεότερη ανάλυση της ΤτΕ, που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της εκθεσης που παρουσίασε την προηγούμενη εβδομάδα, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την επόμενη 10ετία παραμένουν πλέον οριακά στο επίπεδο αναφοράς 15% του ΑΕΠ, γεγονός το οποίο «εξαλείφει οποιοδήποτε περιθώριο χαλάρωσης των υποθέσεων για πρωτογενή πλεονάσματα».

Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών όπως αποτυπώνονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο, τα πρωτογενή πλεονάσματα επανέρχονται στην ελληνική οικονομία χωρίς μέτρα λιτότητας από το 2023, καθώς τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν στο πλαίσιο αντιμετώπισης των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους, προσωρινού χαρακτήρα. Μάλιστα, το 2025 το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά πως θα προκύψει πρωτογενές πλεόνασμα 3,7% του ΑΕΠ με όχημα την ισχυρή ανάπτυξη, αφήνοντας περιθώριο για νέες φορολογικές ελαφρύνσεις.

Στον «πάγο»

Η πανδημία ανέτρεψε την τροχιά μείωσης του δημοσίου χρέους και στην Ελλάδα με το χρέος να κάνει άλμα πάνω από το 205% του ΑΕΠ. Στόχοι και δημοσιονομικοί κανόνες έχουν μπει στον «πάγο» για όλη την ευρωζώνη , της Ελλάδας περιλαμβανομένης, η ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας παραμένει ενεργή και το 2022 αλλά αργά ή γρήγορα η συζήτηση για την επόμενη μέρα θα ανοίξει.

Σε επίπεδο Κομισιόν η τάση μετακίνησης από τη γραμμή του Συμφώνου για μείωση του χρέους προς το ορόσημο του 60% του ΑΕΠ είναι ήδη αισθητή, με τον κοινοτικό επίτροπο Π. Τζεντιλόνι αλλά και τον αντιπρόεδρο Βλ. Ντομπρόβσκις να βάζουν με κάθε ευκαιρία σε πρώτο πλάνο το ύψος των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών κάθε χώρας έναντι των ασφυκτικών κανόνων για έλλειμμα (κάτω από 3% του ΑΕΠ) και χρέος (να τείνει με συγκεκριμένο βηματισμό προς το 60% του ΑΕΠ).

Το φθινόπωρο η συζήτηση αναμένεται να φουντώσει στην Ε.Ε με τον πιθανό διάδοχο της καγκελαρίου Μέρκελ, Άρμιν Λάσετ να δίνει ήδη στίγμα γερμανικής επιμονής στην αυστηρή προσαρμογή των κανόνων του Συμφώνου.

Αποκατάσταση ισορροπίας

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος , όπως αποτυπώνονται στην έκθεση νομισματικής πολιτικής αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

H δημοσιονομική επέκταση θα πρέπει να παραμείνει στοχευμένη και προσωρινή, προκειμένου να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και να μη μετατραπεί η υγειονομική κρίση σε κρίση δημόσιου χρέους, σημειώνει η ΤτΕ υπογραμμίζοντας πως το ταμειακό απόθεμα θα πρέπει να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, καθώς συμβάλλει στη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και, κατά συνέπεια, στον περιορισμό του κόστους αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, δεδομένου ότι οι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου υπολείπονται ακόμη της επενδυτικής βαθμίδας αξιολόγησης.

Μεσοπρόθεσμα, τονίζεται, «δεδομένου του υψηλού λόγου χρέους προς ΑΕΠ και των αυξημένων χρηματοδοτικών αναγκών, απαιτείται η γρήγορη και αξιόπιστη αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Ειδικά όσον αφορά το δημόσιο χρέος, η μεγάλη αύξησή του, παρά το χαμηλό κόστος δανεισμού και το ευνοϊκό χρονοδιάγραμμα αποπληρωμών του, εξαλείφει οποιοδήποτε περιθώριο χαλάρωσης των μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα και καθιστά περισσότερο κρίσιμη την ανάγκη διαφύλαξης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, μέσω της επιστροφής σε ρεαλιστικά πρωτογενή πλεονάσματα και της συμμόρφωσης με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.»

Η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρεί «κλειδί» για τη μείωση του δημοσίου χρέους την επίτευξη υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης χαρακτηρίζοντας παράλληλα «διασφαλισμένη» τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους με βάση τις επικαιροποιημένες υποθέσεις του βασικού σεναρίου.

Ειδικότερα, εκτιμάται ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ από το 2021 και επαναφορά του μακροπρόθεσμα στην προ πανδημίας τροχιά του.

«Ωστόσο, εξαιτίας της αύξησης των δημοσιονομικών μέτρων την περίοδο 2020-2021 (συνολικού ύψους 32,8 δισεκ. ευρώ, που επηρέασε το χρέος κατά περίπου 30 δισ. ευρώ) και του πρόσθετου δανεισμού από ευρωπαϊκούς πόρους (NGEU, SURE), τόσο το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου έχουν επιβαρυνθεί. Παρότι εξακολουθεί η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την επόμενη 10ετία παραμένουν πλέον οριακά στο επίπεδο αναφοράς 15% του ΑΕΠ, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθούν τα ταμειακά διαθέσιμα σε υψηλό επίπεδο.

Εξαλείφεται συνεπώς οποιοδήποτε περιθώριο χαλάρωσης των υποθέσεων για πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ αυξάνονται οι κίνδυνοι σε περίπτωση υλοποίησης αρνητικών μακροοικονομικών σεναρίων. Με βάση την ευνοϊκή σύνθεση του δημόσιου χρέους, που αποτελείται κατά περίπου 80% από μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τον επίσημο τομέα, αλλά και την εξαιρετικά ευνοϊκή διάρθρωση των αποπληρωμών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, μεσοπρόθεσμα δεν υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι από αύξηση του κόστους χρηματοδότησης (επιτοκιακός κίνδυνος).

Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να διαφυλαχθούν τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου του δημόσιου χρέους, προκειμένου να διατηρηθούν η εμπιστοσύνη των επενδυτών, το σχετικά χαμηλό κόστος χρηματοδότησης και η απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για τη διαφύλαξη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας μέσω της επιστροφής σε ρεαλιστικά πρωτογενή πλεονάσματα και για την εξασφάλιση της επενδυτικής βαθμίδας αξιολόγησης.

Καθοριστική κρίνεται επίσης η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του NGEU, η οποία θα διευρύνει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας και θα διευκολύνει την επίτευξη όλων των προτεραιοτήτων πολιτικής».

Έλενα Λάσκαρη [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v