Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Πόσο ψαλιδίζει τον κατώτατο μισθό το μη μισθολογικό κόστος

Μείωση εισφορών και περισσότερες δόσεις στη ρύθμιση οφειλών, ζητούν εκπρόσωποι των εργοδοτών. Πώς η Ελλάδα πέφτει ξανά κάτω από Μάλτα και Πορτογαλία στη λίστα με τους ονομαστικούς κατώτατους μισθούς. Πόσο αυξάνεται το κόστος για τις επιχειρήσεις.

Πόσο ψαλιδίζει τον κατώτατο μισθό το μη μισθολογικό κόστος

Παραμένει χαμηλός ο ονομαστικός κατώτατος μισθός, αυτός δηλαδή που φθάνει τελικά στην τσέπη του εργαζόμενου, παρά την αύξηση κατά 7,5% που ανακοίνωσε η κυβέρνηση και θα ισχύσει από την 1η Μαΐου, καθώς το υψηλό μη μισθολογικό κόστος που ισχύει στη χώρα μας «ψαλιδίζει» σημαντικό μέρος του οφέλους.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ η Ελλάδα ανεβαίνει από την 11η στην 9η θέση ανάμεσα σε 21 χώρες της ΕΕ που έχουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό, περνώντας πάνω από την Πορτογαλία και τη Μάλτα, εάν η σύγκριση γίνει σε καθαρά ποσά, μετά από τις ασφαλιστικές εισφορές και τους φόρους, βρίσκεται και πάλι από κάτω.

Τη δραστική μείωση των εισφορών, παράλληλα με τη λήψη μέτρων περαιτέρω στήριξης των επιχειρήσεων ζητούν άλλωστε στο σύνολό τους οι εργοδοτικοί φορείς, που χαρακτηρίζουν θετική την απόφαση για αύξηση 7,5% στον κατώτατο μισθό. Παράλληλα μάλιστα, επανέρχεται το αίτημα για πιο γενναία ρύθμιση οφειλών, με τους επιχειρηματίες να ζητούν οι 72 δόσεις να γίνουν τουλάχιστον 120. Αίτημα το οποίο βέβαια δεν θα δεχθούν εύκολα οι εκπρόσωποι των Ευρωπαϊκών Θεσμών, οι οποίοι εξ αρχής είναι αντίθετοι με τη λογική της προνομιακής ρύθμισης οφειλών.

Ο νέος κατώτατος μισθός εάν υπολογιστεί σε 12μηνη βάση, με ενσωματωμένα τα δώρα και τα επιδόματα άδειας ώστε να είναι συγκρίσιμος με τους μισθούς στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. (που εφαρμόζουν κατώτατους μισθούς) ανέρχεται σε 831,8 ευρώ, υψηλότερος από τους κατώτατους μισθούς σε Πορτογαλία (822,5 ευρώ) και Μάλτα (792,26 ευρώ). Ωστόσο, εφόσον η σύγκριση γίνει με βάση τον ονομαστικό μισθό, το καθαρό δηλαδή ποσό που καταλήγει κάθε μήνα στο χέρι του εργαζόμενου, τότε η χώρα μας πέφτει ξανά, κάτω από τις συγκεκριμένες χώρες.

Το ποσό στη χώρα μας περιορίζεται σε 660 ευρώ καθαρά (613 ευρώ εάν δεν ενσωματωθούν τα Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα άδειας), με την Ελλάδα να πέφτει και πάλι, κάτω από την Πορτογαλία (805 ευρώ), αλλά και την Μάλτα (687 ευρώ), παρά τη σημαντική επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Η οποία, σύμφωνα με το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο της Αθήνας για κάθε εργοδότη, είναι της τάξης των 63 ευρώ επιπλέον, ανά εργαζόμενο το μήνα, με αποτέλεσμα έως το τέλος του 2022, η σωρευτική επιβάρυνση να ανέρχεται σε 504 ευρώ, ενώ εάν συνυπολογιστεί και η αύξηση από την 1η Ιανουαρίου, η επιβάρυνση φτάνει τα 556 ευρώ έως το τέλος της χρονιάς, σε σχέση με το 2021 (χωρίς να συνυπολογιστούν οι επιπλέον αμοιβές για τον 13ο και 14ο μισθό).

Να σημειωθεί ότι ο καθαρός κατώτατος μισθός στη Γαλλία και τη Γερμανία είναι στα επίπεδα των 1.300 ευρώ το μήνα, παρότι ο μικτός είναι υψηλότερος στη Γερμανία, με την Ιρλανδία να κατατάσσεται στην πρώτη θέση, με 1.574 ευρώ. Η Σλοβενία έχει καθαρό κατώτατο μισθό 762 ευρώ και η Ισπανία 1000 ευρώ.

Η πλειοψηφία των εργοδοτών, κατά κύριο λόγω εκπρόσωποι των μικρομεσαίων, χαιρετίζοντας την κυβερνητική απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού, επισημαίνουν την άμεση και σημαντική επιβάρυνση στο μισθολογικό κόστος τους και ζητούν την ελάφρυνση των ασφαλιστικών εισφορών.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο πρόεδρο της ΕΣΕΕ Γιώργος Καρανίκας, αφού επισημαίνει πως το ελληνικό εμπόριο είναι έτοιμο για ακόμη μία φορά να στηρίξει το ύψος της αύξησης του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός από την 1η Μαΐου σημειώνει ότι μέσω της αύξησης στον κατώτατο μισθό δημιουργείται έστω η προσδοκία ότι θα διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη των πιο ευάλωτων καταναλωτών με θετικές επιπτώσεις στον τζίρο των επιχειρήσεων, ζητεί όμως να ληφθούν αποφάσεις για ακόμα μεγαλύτερη μείωση του μη μισθολογικού κόστους με στόχο τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, καθώς και την μείωση του κόστους λειτουργίας των μικρομεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων.

Η αύξηση θα ανακουφίσει τα νοικοκυριά και θα ενισχύσει την αγοραστική δύναμη εκτίμησε και ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γ. Καββαθάς υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι διανύουμε μία δύσκολη για τις επιχειρήσεις και ζητώντας από την κυβέρνηση να προχωρήσει σε μέτρα στήριξης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και του ΦΠΑ, για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, αλλά και τη περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών, ώστε η αγορά να μπορέσει να ανταπεξέλθει και τελικά η αύξηση του κατώτατου μισθού να ωφελήσει τόσο τα νοικοκυριά, όσο και τις επιχειρήσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, σημειώνει ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, είναι ορατός ο κίνδυνος εκτίναξης της αδήλωτης εργασίας ή και μετακύλισης του κόστους στον καταναλωτή ως ύστατες πράξεις επιβίωσης των επιχειρήσεων.

Όπως μάλιστα επισημαίνει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά, Βασίλης Κορκίδης, η νέα αύξηση 7,5% του κατώτατου μισθού μεσοσταθμικά επιβαρύνει κατά 3,3% τις 342.000 επιχειρήσεις που είναι εργοδότες, εκ των οποίων το 88,5% δηλαδή οι 258.000 είναι ΜμΕ με 1-10 εργαζόμενους. Σύμφωνα με την ΕΡΓΑΝΗ η μηνιαία μισθοδοσία μετά την πρώτη αύξηση του κατώτατου μισθού 2% την 1/1/22 κατά μέσο όρο μικτών μηνιαίων αποδοχών ανέρχεται στα 2,47 δισ. ευρώ, που σημαίνει σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΒΕΠ, πως το εισόδημα των μισθωτών θα αυξηθεί στα 2,55 δισ. ευρώ μηνιαίως.

Σε μία χρονική συγκυρία όπου οι πληθωριστικές πιέσεις εξ αιτίας του ενεργειακού κόστους, αλλά και των διαταραχών της εφοδιαστικής αλυσίδας πιέζουν «ασφυκτικά» το οικογενειακό εισόδημα απειλώντας να εξαντλήσουν και τις τελευταίες δυνάμεις της αγοράς που αντιστέκεται, σημειώνει ο κ. Κορκίδης, η ελληνική επιχειρηματικότητα καλείται να χρησιμοποιήσει τρία εθνικά «αντίμετρα άμυνας», που είναι οι επιδοτήσεις λογαριασμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά και η αύξηση των μισθών.

Να σημειωθεί πάντως, ότι ένα μήνα μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού, θα υπάρξει και μείωση των εισφορών, η οποία μάλιστα αφορά το σύνολο των μισθωτών. Πρόκειται για ήδη ψηφισμένη μείωση εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, που κατευθύνεται προς το ΕΤΕΑΕΠ αλλά και το ΤΕΚΑ και θα ισχύσει από 1η Ιουνίου. Έτσι, οι εισφορές για επικουρική ασφάλιση θα επανέλθουν στο 3% για τους εργοδότες και 3% για τους εργαζόμενους, από 3,25% που είναι σήμερα για την κάθε πλευρά. Η μείωση αυτή θα οδηγήσει σε μικρή μεν, σημαντική δε ανάσα τόσο τους εργοδότες μειώνοντας το μη μισθολογικό κόστος όσο και στους εργαζόμενους αυξάνοντας το εισόδημά τους.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v