ΚΕΕΜ: Στάσιμες οι εξαγωγές το 2002

Στάσιμες υπολογίζεται ότι παρέμειναν, στη χειρότερη περίπτωση, οι εξαγωγές κατά την διάρκεια του 2002 σύμφωνα με εκτιμήσεις του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ) του Πανελήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων.

ΚΕΕΜ: Στάσιμες οι εξαγωγές το 2002
Στάσιμες υπολογίζεται ότι παρέμειναν, στη χειρότερη περίπτωση, οι εξαγωγές κατά την διάρκεια του 2002 σύμφωνα με εκτιμήσεις του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ) του Πανελήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων.

Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του ΚΕΕΜ η συνεχιζόμενη επιβράδυνση της πτωτικής πορείας των εξαγωγών κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2002, δημιουργεί βάσιμες ελπίδες ότι για ολόκληρο το έτος δεν υποχώρησαν εκ νέου.

Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, οι προαναφερθείσες εκτιμήσεις στηρίζονται στη σχετικά βελτιωμένη εικόνα που εμφανίζει η αξία των εξαγωγών προς το βιομηχανικό κόσμο, όπου η πτώση έχει σχεδόν εκμηδενιστεί.

Επιπλέον, αναφέρεται πως στη συγκεκριμένη εξέλιξη συμβάλλει και η υποτίμηση του αμερικάνικου νομίσματος σε σχέση με το ευρώ, καθώς για πρώτη φορά η μέτρηση της αξίας των εξαγωγών γίνεται σε ένα ισχυρότερο, σε σχέση με το δολάριο, νόμισμα.

Σημειώνεται ότι στο εννεάμηνο του 2002 οι εξαγωγές, σε δολάρια τρέχουσας αξίας, υποχώρησαν κατά 1,4% (σε σχέση με πτώση 2,7% στο οκτάμηνο), ενώ στον βιομηχανικό κόσμο η υποχώρηση περιορίστηκε στο 0,6%.

Στην ίδια ανακοίνωση, επισημαίνεται ότι προς τους εταίρους μας στην ΕΕ η πτώση περιορίστηκε στο εννεάμηνο στο 1,2% (από 3,4% στο οκτάμηνο). Αντίθετα, οι εισαγωγές αυξήθηκαν στο ίδιο διάστημα κατά 6,1% συνολικά και κατά 5,2% από τους εταίρους μας στην ΕΕ.

Ταυτόχρονα, το ΚΕΕΜ αναφέρει ότι λόγω της ανατίμησης του ευρώ, σε σχέση με το αμερικάνικο νόμισμα, η εικόνα στο ενιαίο νόμισμα διαφέρει: οι εξαγωγές σε ευρώ υποχώρησαν στο εννεάμηνο κατά 4,4% συνολικά και κατά 4,2% προς την ΕΕ. Οι εισαγωγές στο ίδιο διάστημα αυξήθηκαν κατά 2,8% και 2%, αντιστοίχως.

Προς τις λοιπές χώρες του ΟΟΣΑ στις οποίες περιλαμβάνονται δύο μεγάλοι εμπορικοί εταίροι της χώρας, οι ΗΠΑ και η Τουρκία, η εικόνα παραμένει θετική. Ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ ενισχύθηκε, ενώ η ανάκαμψη των εξαγωγών προς την Τουρκία ύστερα από τη μεγάλη πτώση του 2001, λόγω της οικονομικής κρίσης στη γειτονική χώρα, συνεχίστηκε με τον ίδιο ρυθμό (13,1%).

Όταν θα κλείσει στατιστικώς το έτος, η αξία των εξαγωγών εκτιμάται ότι θα βρίσκεται σημαντικά κάτω από το κορυφαίο ύψος (580 εκατ. δολάρια) που είχαν φτάσει το 2000.

Παράλληλα, στην ανακοίνωση του ΚΕΕΜ αναφέρεται πως στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ η ανάκαμψη των εξαγωγών ήταν σχεδόν καθολική. Εκτός από την ενίσχυση των εξαγωγών προς τη Ρωσία (4%) ο υπερδιπλασιασμός των εξαγωγών προς την Ουκρανία, σε σχέση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2001 συνεχίστηκε.

Η αξία τους όμως τελικά κατά το έτος που έληξε εκτιμάται πως δεν θα φτάσει στα επίπεδα των προηγούμενων ετών.

Σε ό,τι αφορά τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας η υποχώρηση συνεχίστηκε, κυρίως λόγω της σημαντικής πτώσης των εξαγωγών προς την ΠΓΔΜ, η οποία μάλιστα φαίνεται πως επιταχύνθηκε (-14,5%). Οι εξαγωγές προς την Αλβανία όμως παρέμειναν στάσιμες.

Ωστόσο, η πτώση των εξαγωγών προς τις δύο χώρες των ανατολικών Βαλκανίων, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, που οφείλεται κυρίως στη σοβαρή υποχώρηση προς τη δεύτερη (-25%) επιβραδύνθηκε. Το ίδιο συνέβη και στις εξαγωγές προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, και Ουγγαρία).

Σύμφωνα με το ΚΕΕΜ, πιο ενθαρρυντική ήταν η εικόνα των εξαγωγών προς τις χώρες της Μ. Ανατολής και της Β. Αφρικής, όπου η ισχυρή άνοδος προς τη Λιβύη, τη Σ.Αραβία, και το Ιράκ αντιστάθμισε τις μη ικανοποιητικές επιδόσεις σε ορισμένες άλλες χώρες της περιοχής.

Προς τις χώρες των υπόλοιπων περιοχών (βλ. συνοδευτικό υλικό στη δεξιά στήλη) Μεσόγειος, Ν.Α.Ασία, Λατ.Αμερική η πτώση συνεχίστηκε, ενώ οι εξαγωγές προς την περιοχή ”Υπόλοιπες χώρες” εμφάνισαν σημαντική άνοδο.

Η θεαματική άνοδος των εξαγωγών προς την Ινδία και την Κίνα συνεχίστηκε δημιουργώντας τη βάσιμη ελπίδα ότι οι δύο πιο πολυάνθρωπες χώρες της γης θα πάψουν να είναι ασήμαντες εξαγωγικές αγορές για τα ελληνικά προϊόντα.

Στην ανακοίνωση του ΚΕΕΜ επισημαίνεται επίσης πως είναι σκόπιμο να γίνει ειδική μνεία των ακόλουθων περιπτώσεων:

Δέκα χώρες της νέας διεύρυνσης: οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν στους εννέα πρώτους μήνες του 2002 σε 688 εκατ. δολάρια, δηλαδή υποχώρησαν σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2001 κατά 2,7% σε δολάρια τρέχουσας αξίας.

Στις έξι από τις δέκα χώρες οι εξαγωγές έπεσαν, ενώ ανέβηκαν στις τρεις χώρες της Βαλτικής και την Ουγγαρία. Οι εισαγωγές από τις χώρες αυτές διαμορφώθηκαν στα 456 εκατ. δολάρια από 397 εκατ. δολάρια στο αντίστοιχο διάστημα του 2001 σημείωσαν δηλαδή αύξηση κατά 15%.

Ινδία και Κίνα: Η ισχυρή άνοδος των εξαγωγών προς την Ινδία και την Κίνα συνεχίστηκε (αύξηση 127% και 56%, αντιστοίχως) και υπάρχουν πλέον βάσιμες ελπίδες ότι η αξία τους ολόκληρο το έτος που έληξε θα πλησιάσει τα 100 εκατ. δολάρια στην πρώτη περίπτωση και τα 80 εκατ. δολάρια στη δεύτερη, δηλαδή θα διαμορφωθεί στο υψηλότερο παρά ποτέ επίπεδο και στις δύο περιπτώσεις.

Η αξία των εξαγωγών προς την Ινδία στα τελευταία έξι χρόνια είχε διαμορφωθεί στα 28 εκατ. δολάρια και προς την Κίνα στα 36 εκατ. δολάρια κατά μέσον όρο ετησίως.

Λιβύη, Σ. Αραβία, Ουκρανία: Συνεχίστηκε και ενισχύθηκε η ισχυρή ανάκαμψη των εξαγωγών προς τις τρεις αυτές χώρες που έφτασε σε 109%, σε 34%, και σε 103,2%, αντιστοίχως. Σημειώνεται πως αν αυτές οι τάσεις συνεχιστούν, η αξία των εξαγωγών θα υπερβεί τα 80 εκατ. δολάρια, τα 90 εκατ. δολάρια, και τα 80 εκατ. δολάρια, αντιστοίχως στις τρεις περιπτώσεις.

Οι εξαγωγές στην τελευταία εξαετία είχαν διαμορφωθεί σε 42 εκατ. δολάρια, 74 εκατ. δολάρια, και 80 εκατ. δολάρια, αντιστοίχως, είχαν όμως υποχωρήσει πολύ στα τελευταία χρόνια.

Απόκλιση των στοιχείων της ΕΣΥΕ και της Τράπεζας της Ελλάδος. Με βάση τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας για τους πρώτους εννέα μήνες του 2002, η αξία των εξαγωγών αγαθών υποχώρησε κατά 12,3%, δηλαδή εμφανίζει πολύ μεγάλη απόκλιση σε σχέση με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (ΕΣΥΕ).

Σημειώνεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει τις πληρωμές για εξαγωγές αγαθών που έχουν πραγματοποιηθεί κατά κανόνα σε προγενέστερο χρόνο. Συνεπώς, σε ημερολογιακή βάση δεν συγκρίνονται με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ. Ο ετεροχρονισμός αυτός, όμως, δεν είναι η μόνη αιτία των αποκλίσεων.

Παράλληλα, σημειώνεται πως σε όλο τον κόσμο, η αποτίμηση των εξαγωγικών πραγματοποιήσεων γίνεται σε τελωνειακή βάση, όπως δηλαδή καταγράφονται από τις στατιστικές υπηρεσίες τα στοιχεία για το εξωτερικό εμπόριο, και ειδικότερα για τις εξαγωγές (αξία FOB) των αγαθών που εγκαταλείπουν τα όρια της ελληνικής επικρατείας.

Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα στοιχεία είναι οριστικά, έχουν δηλαδή γίνει όλες οι απαραίτητες διορθώσεις. Τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν οριστικά στοιχεία είναι το 1999, αν και μπορεί και αυτά να διορθωθούν.

Τέλος, σημειώνεται ότι όλα τα στοιχεία είναι προσωρινά, ενώ ως μονάδα μέτρησης είναι το δολάριο ΗΠΑ. Οι μετατροπές σε δολάρια έχουν γίνει για να είναι δυνατή η σύγκριση με τα διεθνή στοιχεία και τις πραγματοποιήσεις των άλλων χωρών, καθώς το αμερικάνικο νόμισμα αποτελεί και μέτρο του διεθνούς εμπορίου.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο