Δύο μήνες έκλεισαν από το Νοέμβριο, όταν Μητσοτάκης και Χριστοδουλίδης, προκειμένου να μπει τέλος στο «blamegame» για το καλώδιο, συμφώνησαν στην ανάγκη μιας νέας επικαιροποιημένης μελέτης με το επιχείρημα πως η κίνηση συνδέεται με την έλευση νέων επενδυτών και ουδείς ακόμη γνωρίζει όχι μόνο ποιος οίκος θα την αναλάβει, αλλά ούτε τον οδικό χάρτη, τι θα περιλαμβάνει, έστω ένα βασικό χρονοδιάγραμμα.
Κυρίως, όμως, παρότι οι δύο κυβερνήσεις φαίνεται να είχαν συμφωνήσει στις προοπτικές του Great Sea Interconnector, ομονοώντας στο στρατηγικό του βάρος και τη σημασία της εισόδου ενός τουλάχιστον ισχυρού επενδυτή, εντούτοις οι πληροφορίες λένε πως δεν έχουν την ίδια στόχευση και οι οπτικές τους διαφέρουν.
Η μεν Αθήνα θέλει ο διεθνής οίκος που θα αναλάβει μια μελέτη να αναδείξει ότι το έργο είναι ελκυστικό και βιώσιμο για τα μεγάλα ξένα κεφάλαια, η δε Λευκωσία φαίνεται να επιδιώκει να αναδειχθεί κατά πόσο ο GSI είναι βιώσιμος για τους Κύπριους καταναλωτές.
Και στην κατεύθυνση αυτή, η Κυπριακή Δημοκρατία φέρεται να ζητά, σύμφωνα με κυπριακές πηγές, να γίνει μεταξύ άλλων μια νέα Μελέτη Κόστους-Οφέλους (CBA), με στόχο να αναδειχθεί η βιωσιμότητα του καλωδίου για τον Κύπριο καταναλωτή, παρότι η ίδια η Κομισιόν έχει ήδη καταστήσει σαφές από τον Δεκέμβριο, μέσω του Επιτρόπου Γιόργκενσεν, ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται.
Και ότι μια νέα τέτοια μελέτη είναι περιττή, καθώς όπως είχε αναφέρει ο Επίτροπος απαντώντας σε ερώτηση του Κύπριου ευρωβουλευτή Μ. Χατζηπαντέλα, ανάλυση κόστους-οφέλους για ένα έργο χρειάζεται μόνο όταν υποβάλλεται αίτηση στην Κομισιόν ώστε αυτό να αποκτήσει καθεστώς Εργου Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI), κάτι που για τον GSI έχει γίνει εδώ και καιρό.
Εντούτοις η κυπριακή πλευρά φέρεται να επιμένει και παρά το «όχι» από την Κομισιόν προβάλλει το επιχείρημα ότι οι καθυστερήσεις, στις οποίες συνέβαλε και η ίδια, έχουν αυξήσει σημαντικά το κόστος του καλωδίου. Οσο αυτό μεγαλώνει τόσο μειώνεται και η βιωσιμότητά του για τους Κύπριους καταναλωτές, φέρεται να υποστηρίζει η Λευκωσία, αξιοποιώντας στην ίδια κατεύθυνση και την παράταση που ανακοίνωσε επίσημα η Nexans στο χρονοδιάγραμμα παράδοσης του έργου.
Σημειωτέον ότι ο ΑΔΜΗΕ έχει να πληρώσει τη γαλλική εταιρεία εδώ και 8 μήνες, καθώς ο ίδιος με τη σειρά του δεν έχει πληρωθεί ούτε την πρώτη δόση των 25 εκατ. που του οφείλει η Λευκωσία με βάση τη διακρατική συμφωνία του Σεπτεμβρίου του 2024 (Διασύνδεση: Ολο το κείμενο της συμφωνίας Ελλάδας-Κύπρου), η οποία προέβλεπε την καταβολή από την κυπριακή πλευρά ποσού 125 εκατ. ευρώ, τα οποία θα κατανέμονταν σε πέντε ετήσιες δόσεις.
Τακτική αυτοεκπληρούμενης προφητείας
Υπό μια έννοια τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες εβδομάδες παραπέμπουν στη γνωστή «κυκλική τακτική» της κυπριακής πλευράς του 2025, που από τη μια προσέθετε καθυστερήσεις και κόστη και από την άλλη αμφισβητούσε τη βιωσιμότητα του έργου, δημιουργώντας ένα κλίμα αυτοεκπληρούμενης προφητείας.
Τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια ήταν η έκδοση με ένα χρόνο καθυστέρηση από τη ΡΑΕΚ της απόφασης εσόδου (Αύγουστος 2025, αντί 2024) και κυρίως η εν συνεχεία άρνηση του υπουργού Οικονομικών Μάκη Κεραυνού, ο οποίος παρέμεινε στη θέση του κατά τον πρόσφατο ανασχηματισμό, να δώσει το πράσινο φως για την ανάκτηση των πρώτων 25 εκατ. ευρώ.
Ακριβώς για να δοθεί ένα τέλος σε αυτό τον φαύλο κύκλο αλληλοκατηγοριών που πλήγωνε αμφότερες, Αθήνα και Λευκωσία συμφώνησαν το Νοέμβριο να συνταχθεί μια νέα μελέτη για την επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών παραμέτρων του καλωδίου, με τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη να αποκαλύπτει πρόσφατα ότι ήταν εισήγηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ετσι πάντως όπως έχουν τα πράγματα, τα σενάρια για τη συγκεκριμένη μελέτη, όποτε γίνουν ανακοινώσεις από τις δύο κυβερνήσεις, είναι δύο:
- Είτε μέσω της επικαιροποίησης των οικονομικοτεχνικών παραμέτρων του έργου να κινείται στην κατεύθυνση του πώς θα είναι βιώσιμο και πιο ελκυστικό το έργο, προκειμένου να συμβάλει στην προσέλκυση νέων επενδυτών από ΗΠΑ, Ισραήλ, Ευρώπη και Χώρες του Κόλπου. Όπως για παράδειγμα μέσα από ένα ξεκάθαρο ρυθμιστικό πλάνο, με σαφές έσοδο, μέτρα που διευκολύνουν την τοποθέτηση ξένων κεφαλαίων, κ.ό.κ.
- Είτε να επικρατήσει η γραμμή της Λευκωσίας και η μελέτη να κινείται στην κατεύθυνση κατά πόσο το έργο είναι βιώσιμο για τους Κύπριους καταναλωτές, στη γνωστή γραμμή όσων αμφισβητούν την αξία του, βασικός εκφραστής των οποίων είναι ο υπουργός Οικονομικών Μάκης Κεραυνός.
Η πτυχή του «βίντεοgate»
Τις παραπάνω εξελίξεις κάποιοι συνδέουν και με την προ μηνός απομάκρυνση του πρώην υπουργού Ενέργειας Γιώργου Παπαναστασίου, μία από τις πιο θετικές «φωνές» στην κυπριακή κυβέρνηση για τον GSI.
Ταυτόχρονα, αίσθηση έχει προκαλέσει στην Αθήνα και μια πτυχή από το «βίντεοgate» με τις καταγγελίες για μαύρο πολιτικό χρήμα -που συνεχίζουν να προκαλούν αναταράξεις στη Λευκωσία, σκιάζοντας την ανάληψη της ευρωπαϊκής προεδρίας-, όπου ένας εκ των πρωταγωνιστών του, ο Εxecutive Director του ομίλου Cyfield και Πρόεδρος του Συνδέσμου Αγοράς Ηλεκτρισμού Γιώργος Χρυσοχού, είχε εκφράσει δημοσίως από τις αρχές του 2024 την αντίθεσή του στον GSI.
Σύμφωνα με όσα έλεγε από τότε ο Κύπριος επιχειρηματίας που έχει δυναμική παρουσία στις ΑΠΕ, το έργο είναι πολύ δαπανηρό, με περιορισμένη σαφήνεια και ρίσκο βιωσιμότητας, που πιθανότατα δεν θα μειώσει ουσιαστικά το κόστος ηλεκτρισμού για τους καταναλωτές και ενδέχεται να αποθαρρύνει επενδύσεις σε τοπική παραγωγή, τόσο σε ΑΠΕ όσο και σε συμβατικές μονάδες.
Το γεγονός ότι οι στοχεύσεις Αθηνών και Λευκωσίας αποκτούν εσχάτως ξανά όλο και πιο διακριτές διαφορές ενισχύει τις υποψίες στην Αθήνα ότι η κυπριακή κυβέρνηση συνεχίζει να δέχεται έντονες πιέσεις από συμφέροντα που δεν θέλουν το καλώδιο.
Σε αυτή τη φάση βρίσκονται οι εξελίξεις με το πολύπαθο έργο, με τις δύο πλευρές να μη συμπλέουν ούτε καν στην κατεύθυνση που πρέπει να έχει η μελέτη, για την οποία ακόμη ουδείς ξέρει κατά πόσο θα γίνει διαγωνισμός ή θα ανατεθεί απευθείας σε κάποιον οίκο, όπως κυκλοφορεί καιρό τώρα ανεπίσημα, με το επιχείρημα ότι πιέζει ο χρόνος.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι όταν στις αρχές Απριλίου ο ΥΠΕΝ Σταύρος Παπασταύρου θα ταξιδέψει στην Ουάσιγκτον για την επόμενη συνάντηση του σχήματος «3+1», θα πρέπει να έχει στα χέρια του τα συμπεράσματα της μελέτης, ώστε τα νέα στοιχεία να τεθούν υπόψη της αμερικανικής πλευράς αλλά και των επενδυτών (παλαιότερα ακούγονταν ονόματα από ΗΠΑ, Ισραήλ, Χώρες του Κόλπου) που λέγεται ότι έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον.