Στις αγορές, οι αναβαθμίσεις δεν λειτουργούν πάντα γραμμικά. Κάποιες φορές ανοίγουν την πόρτα σε νέα κεφάλαια. Άλλες φορές απλώς αλλάζουν το ράφι στο οποίο τοποθετείται μια αγορά -και μαζί αλλάζει και το ποιος τη βλέπει. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία εντάσσει την Ελλάδα η HSBC, σχολιάζοντας τη διαδικασία που ξεκίνησε η MSCI για την πιθανή επαναφορά της χώρας σε αναπτυγμένη αγορά.
Για την τράπεζα, το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η αναβάθμιση, αλλά το περιβάλλον στο οποίο αυτή επιχειρείται. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα σημείο όπου είναι αρκετά μεγάλη για να μετρά στο σύμπαν των αναδυόμενων αγορών, αλλά παραμένει μικρή για να αποκτήσει ουσιαστικό βάρος στις αναπτυγμένες. Και αυτή η μετάβαση, αντί να ενισχύσει την προβολή της, μπορεί να τη φέρει εκτός βασικού επενδυτικού ραντάρ.

Η απόφαση της MSCI να ξεκινήσει διαβούλευση για την αναβάθμιση, με πιθανή εφαρμογή από τον Αύγουστο του 2026, αιφνιδίασε την αγορά κυρίως λόγω του ρυθμού της. Η HSBC επισημαίνει ότι ιστορικά ο οίκος ακολουθεί πιο σταδιακή προσέγγιση, αφήνοντας χρόνο στους επενδυτές να προσαρμοστούν. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η μετάβαση δείχνει να συμπιέζεται χρονικά, σε μια συγκυρία όπου οι διεθνείς διαχειριστές είναι ήδη ιδιαίτερα επιλεκτικοί.
Σε επίπεδο παθητικών κεφαλαίων, η εικόνα είναι τεχνική και σε μεγάλο βαθμό προεξοφλημένη. Τα κεφάλαια που ακολουθούν δείκτες αναδυόμενων αγορών θα υποχρεωθούν να μειώσουν την έκθεσή τους, ενώ εκείνα που ακολουθούν δείκτες αναπτυγμένων αγορών θα κληθούν να τοποθετηθούν. Όμως η Ελλάδα, ως αναπτυγμένη αγορά, θα έχει σαφώς μικρότερο βάρος απ’ ό,τι σήμερα, γεγονός που περιορίζει το μέγεθος των δυνητικών εισροών και καθιστά το τελικό ισοζύγιο αβέβαιο.
Το ουσιαστικό ζήτημα, σύμφωνα με την HSBC, αφορά τους ενεργούς διαχειριστές. Τα στοιχεία τοποθέτησης δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι σήμερα «οικεία» στα κεφάλαια αναδυόμενων αγορών, με περίπου έξι στα δέκα να διατηρούν έκθεση. Αντίθετα, στα παγκόσμια και αναπτυγμένων αγορών κεφάλαια, η παρουσία της χώρας είναι οριακή. Αυτό σημαίνει ότι η έξοδος από το σύμπαν των αναδυόμενων αγορών μπορεί να προκαλέσει απώλεια επενδυτικής προσοχής, χωρίς να υπάρχει εγγύηση ότι αυτή θα αναπληρωθεί.

Η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος της ελληνικής αγοράς στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Σε ένα περιβάλλον αναπτυγμένων αγορών, η Ελλάδα θα συγκαταλέγεται στις μικρότερες της Ευρώπης, με περιορισμένο αριθμό μετοχών που μπορούν να στηρίξουν ουσιαστικές τοποθετήσεις. Ακόμη και οι μεγαλύτεροι τίτλοι, όπως οι τράπεζες, καταλαμβάνουν χαμηλή θέση στην ιεράρχηση των αντίστοιχων δεικτών.
Η HSBC δεν αμφισβητεί τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας ούτε τη βελτίωση των τραπεζών. Αντίθετα, επισημαίνει ότι το πρόβλημα είναι καθαρά επενδυτικό: η αναβάθμιση έρχεται σε μια φάση όπου οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ήδη αποτιμηθεί υψηλότερα, μειώνοντας το περιθώριο διαφοροποίησης για την Ελλάδα. Σε αυτό το πλαίσιο, η χώρα κινδυνεύει να μετακινηθεί από το κέντρο της προσοχής στην περιφέρεια των αναπτυγμένων αγορών. Στην πράξη, το στοίχημα για την ελληνική αγορά δεν είναι ο τίτλος της αναβάθμισης, αλλά η διατήρηση της επενδυτικής της ταυτότητας. Αν η Ελλάδα πάψει να θεωρείται «must-have» για τα κεφάλαια αναδυόμενων αγορών χωρίς να γίνει «relevant» για τα κεφάλαια αναπτυγμένων, τότε η αλλαγή κατηγορίας μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο προνόμιο και περισσότερο δοκιμασία.
