Τρεις παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία, ύψους 700 εκατ., σε βάθος πενταετίας, περιλαμβάνει το πακέτο της κυβέρνησης για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, χωρίς αυτό να αφορά απευθείας επιδότηση στην τιμή της κιλοβατώρας.
Στην πρώτη περίπτωση, αυξάνονται οι αποζημιώσεις για τον μηχανισμό αντιστάθμισης έναντι του υψηλού κόστους CO2. Το όφελος υπολογίζεται σε επιπλέον 75 εκατ. ευρώ ετησίως, για την 5ετία 2026-2030.
Στη δεύτερη παρέμβαση, μειώνεται κατά 50% η χρέωση για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), με έναρξη εφαρμογής από την 1η Ιουλίου 2026. Ωφελημένες από αυτή την παρέμβαση θα είναι 23.000 επιχειρήσεις, υψηλής, μέσης και χαμηλής τάσης. Το ετήσιο όφελος ανέρχεται σε 25 εκατ. ευρώ.
Στην τρίτη παρέμβαση παρέχεται επιχορήγηση μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού, προϋπολογισμού 200 εκατ. ευρώ, για δράσεις βιομηχανιών εξοικονόμησης και εξηλεκτρισμού. Στο κεφάλαιο αυτό, αιτήσεις θα μπορούν να υποβάλουν βιομηχανίες υψηλής, μέσης και χαμηλής τάσης, με τους όρους υπαγωγής στο πρόγραμμα να εξειδικεύονται στον Ιούνιο.
Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν μετά από συνάντηση που είχαν ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Στ. Παπασταύρου, ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος και ο υπ. Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος με τον επικεφαλής του ΣΕΒ Σπύρο Θεοδωρόπουλο αφορούν ευρύτερα τη στήριξης της βιομηχανίας.
Εξαιρουμένης ωστόσο της μείωσης των ΥΚΩ, δηλαδή των 25 εκατ. ευρώ, τόσο οι ενισχύσεις μέσω αντιστάθμισης όσο και μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού δεν συνιστούν επιδότηση του ενεργειακού κόστους, δηλαδή τα μέτρα δεν οδηγούν ευθέως σε υποχώρηση της τιμής στο βιομηχανικό ρεύμα.
«Τα μέτρα δεν λύνουν το πρόβλημα αλλά συνιστούν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», ανέφερε μετά τη συνάντηση ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, εξηγώντας ότι το βήμα είναι μεγαλύτερο για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, που θα ελαφρυνθούν μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης, ενώ είναι μικρότερο για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, οι οποίες θα επωφεληθούν μόνο από τις μειώσεις των χρεώσεων ΥΚΩ.
Σημείωσε πως ο ΣΕΒ έχει καταθέσει νέες προτάσεις με αιχμή τη διακοψιμότητα, για περαιτέρω ελάφρυνση του παραγωγικού κλάδου.
«Στηρίζοντας τη βιομηχανία, στηρίζουμε την κοινωνία», δήλωσε ο κ. Παπασταύρου, διευκρινίζοντας ότι «απαιτήθηκε μια δύσκολη διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες, προκειμένου να αποκρυσταλλωθεί ένα ασφαλές πλαίσιο», ενώ από τη πλευρά του ο κ. Θεοδωρικάκος αναφέρθηκε στα επιλέξιμα έργα μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού.
Συγκεκριμένα, επιλέξιμα θα είναι τα επενδυτικά σχέδια που εντάσσονται στις στρατηγικές επενδύσεις. «Κάθε παρέμβαση θα πρέπει να επιτυγχάνει τουλάχιστον 10% εξοικονόμηση ενέργειας. Θα υπάρξει δημόσια πρόταση για την υποβολή επενδυτικών σχεδίων, με περισσότερες λεπτομέρειες να ανακοινώνονται μέχρι τον Ιούνιο αυτής της χρονιάς», τόνισε.
Δυνητικά δικαιούχοι είναι βιομηχανίες από τον κλάδο του αλουμινίου, του τσιμέντου και της χημικής βιομηχανίας, για παρεμβάσεις που θα μπορούν για παράδειγμα να αφορούν τον εξηλεκτρισμό ψύξης και θέρμανσης, τον εξηλεκτρισμό του εταιρικού στόλου και την αναβάθμιση των κτιριακών εγκαταστάσεων.
Από την πλευρά του, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος στάθηκε σε αυτή καθ’ εαυτή τη διαπραγμάτευση, μιλώντας για την προσπάθεια αύξησης του εθνικού συντελεστή CO2 στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης με την Κομισιόν. Οσο υψηλότερος αυτός είναι τόσο περισσότερα είναι τα ποσά που δικαιούται η βιομηχανία μέσω της αντιστάθμισης και το αντίστροφο.
Κατά την αρχική εισήγηση της Κομισιόν, που τελικά δεν έγινε αποδεκτή, το «πρασίνισμα» που φέρνει το σβήσιμο των λιγνιτικών μονάδων θα έπρεπε να μειώσει σταδιακά τον εθνικό συντελεστή από τους 0,73 τόνους CO2/Μεγαβατώρα στα τέλη του 2025 στους 0,58 τόνους CO2/ΜWh έως στα τέλη του 2030.
Τελικά, η πρόταση δεν πέρασε και η Ελλάδα κατάφερε να «κλειδώσει» ένα συντελεστή υψηλότερα από τα αρχικά επίπεδα, δηλαδή σε 0,82 τόνους CO2/Μεγαβατώρα, αποτρέποντας τις απώλειες για τη βιομηχανία και κερδίζοντας και κάτι επιπλέον.