Την κατάρρευση του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας, με τον Έλληνα αγρότη να μένει απελπιστικά πίσω σε παραγωγικότητα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, σκιαγραφεί η Τράπεζα της Ελλάδος. Το παιχνίδι φαίνεται ότι χάθηκε την τελευταία 20ετία, όταν άνοιξε δραματικά η ψαλίδα της παραγωγικότητας μεταξύ ευρωζώνης και Ελλάδας και ο Έλληνας αγρότης έγινε ουραγός.
Το ειδικό θέμα που αφιερώνει στα προβλήματα του αγροτικού τομέα η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση του Διοικητή για το 2025 καταγράφει με αδιαμφισβήτητα οικονομικά στοιχεία πώς ο ελληνικός αγροτικός τομέας μετά το 2025 είδε την παραγωγικότητά του να πέφτει σε τέλμα, την ώρα που ο αγροτικός τομέας της ευρωζώνης σχεδόν διπλασίαζε τη δική του παραγωγικότητα, κυρίως χάρη στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών παραγωγής.
Η ΤτΕ τονίζει χαρακτηριστικά ότι:
«Μέχρι το 2005, η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα, μολονότι απείχε, ακολουθούσε την πορεία του αντίστοιχου δείκτη στη ζώνη του ευρώ, ώστε οι δύο μεταβλητές να κινούνται στον χρόνο παράλληλα.
Ωστόσο, από το έτος αυτό και μετά, οι μεταβλητές ακολουθούν αντίθετες πορείες: η μεταβλητή για την Ελλάδα παραμένει στάσιμη σε χαμηλά επίπεδα, ενώ για τη ζώνη του ευρώ καταγράφει ανοδική πορεία, με αποτέλεσμα το «χάσμα παραγωγικότητας» να αυξάνεται.
Πράγματι, η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο ήταν το 2023 σχεδόν τρεις φορές μικρότερη στην Ελλάδα (σε σχέση με λιγότερο από δύο φορές το 1995) από το αντίστοιχο μέγεθος για τον μέσο όρο των οικονομιών της ζώνης του ευρώ».
Είναι χαρακτηριστικό ότι η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο έχει πλησιάσει στην ευρωζώνη τα 40.000 δολ., ενώ στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από 15.000 δολ. με τη διαφορά να ξεπερνά το 60%».

Τα μακροοικονομικά στοιχεία που παραθέτει η ΤτΕ δείχνουν πώς χάνεται το παιχνίδι της γεωργίας στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια:
- Η ποσοστιαία συμμετοχή του αγροτικού τομέα στη συνολική πραγματική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) της ελληνικής οικονομίας κατέρρευσε από το 6,2% που ήταν το 2000, στο 3,3% στην αρχή της κρίσης χρέους το 2008, ενώ για το 2025 εκτιμάται μόλις στο 4,3%.
Η Έκθεση παραθέτει άκρως αποκαλυπτικά στοιχεία (με έτος αναφοράς το 2024) που συγκρίνουν την Ελλάδα με άλλες χώρες, αναδεικνύοντας τη δυσαναλογία μεταξύ εργατικού δυναμικού και παραγόμενου πλούτου:
- Απασχόληση / ΑΕΠ: Στην Ελλάδα, το 11,48% του συνολικού εργατικού δυναμικού απασχολείται στον αγροτικό τομέα, αλλά συνεισφέρει μόλις το 3,77% του ΑΕΠ. Στον αντίποδα, η τεχνολογικά προηγμένη Ολλανδία απασχολεί μόλις το 1,91% των εργαζομένων της στη γεωργία, παράγοντας το 1,72% του ΑΕΠ της. Σε χώρες με παρόμοια νοτιοευρωπαϊκή υποδομή, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, η απασχόληση είναι 3,62% και 3,59% και η συμβολή στο ΑΕΠ 2,75% και 2,00% αντίστοιχα.
- Δείκτης συγκέντρωσης εργατικού δυναμικού: Ο λόγος του ποσοστού απασχόλησης προς τη συμβολή στο ΑΕΠ φτάνει το 3,05 στην Ελλάδα, έναντι 1,1 στην Ολλανδία, 1,3 στην Ισπανία και 1,8 στην Ιταλία. Αυτό υποδηλώνει εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα.
- Αξία παραγόμενης ποσότητας: Ο δείκτης που μετρά την αξία που παράγει ο αγρότης σε σχέση με τον μέσο εργαζόμενο στο σύνολο της οικονομίας, είναι μόλις 0,33 στην Ελλάδα, ενώ στην Ολλανδία φτάνει το 0,90, στην Ισπανία το 0,76 και στην Ιταλία το 0,56.
Μικροί κλήροι, γηρασμένοι αγρότες, ανειδίκευτη εργασία
Η Τράπεζα της Ελλάδο προχωρά σε μια βαθιά ανατομία των αιτιών που προκαλούν το τεράστιο χάσμα παραγωγικότητας, αναδεικνύοντας τις σοβαρές δομικές ανισορροπίες που μαστίζουν τον ελληνικό πρωτογενή τομέα.
Ένα κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη (ΕΕ-27) είναι ότι ο συνολικός αριθμός των αγροτικών εκμεταλλεύσεων βαίνει συνεχώς μειούμενος. Ωστόσο, αυτό που διαφοροποιεί αρνητικά την ελληνική περίπτωση είναι η συντριπτική κυριαρχία των εξαιρετικά μικρών σε έκταση εκμεταλλεύσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 73% του συνολικού αριθμού των αγροτικών ιδιοκτησιών στην Ελλάδα δεν ξεπερνούν τα 50 στρέμματα. Αν και ο μικρός κλήρος αποτελεί χαρακτηριστικό όλης της ΕΕ (αντιπροσωπεύοντας το 62,4% του συνόλου), το ελληνικό ποσοστό είναι αισθητά υψηλότερο όχι μόνο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά και από άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες με παρόμοια δομή, όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Στον αντίποδα, οικονομίες με τεχνολογικά προηγμένη αγροτική παραγωγή, όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Γαλλία, εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά μικρών ιδιοκτησιών.
Η ΤτΕ αποδίδει αυτόν τον πολυκερματισμό σε δύο βασικούς παράγοντες: αφενός στην ιδιαίτερη γεωμορφολογία του ελληνικού εδάφους (ορεινοί όγκοι που διακόπτουν τις πεδινές εκτάσεις) και αφετέρου στην απουσία ισχυρών κινήτρων που θα ενθάρρυναν τη συνένωση των αγροτικών κλήρων.
Πέρα από το μέγεθος της γης, το προφίλ των ίδιων των παραγωγών προκαλεί έντονο προβληματισμό. Πάνω από τις μισές αγροτικές ιδιοκτησίες στην Ελλάδα τελούν υπό τη διαχείριση ατόμων ηλικίας άνω των 55 ετών.
Αν και η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα, η Ελλάδα απέχει παρασάγγας από χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, οι οποίες καταφέρνουν να διατηρούν το ποσοστό των μεγαλύτερων ηλικιακά αγροτών σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα.
Μεγάλο «αγκάθι» είναι και το τεράστιο μορφωτικό κενό. Η Έκθεση αποκαλύπτει ένα σοκαριστικό στοιχείο: Μόλις το 0,7% του συνόλου των αγροτικών ιδιοκτησιών στην Ελλάδα διαθέτει δυναμικό πλήρους αγροτικής εκπαίδευσης. Την ίδια στιγμή, ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ-27 ανέρχεται στο 10%.
Το ελληνικό εργατικό δυναμικό στον πρωτογενή τομέα χαρακτηρίζεται «εξαιρετικά ανειδίκευτο», στερώντας από τον κλάδο τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις.
Όλες αυτές οι ιδιαιτερότητες (μικρός κλήρος, γερασμένο και ανειδίκευτο προσωπικό) λειτουργούν ως θηλιά στον λαιμό της αγροτικής ανάπτυξης, οδηγώντας νομοτελειακά σε χαμηλή προστιθέμενη αξία.
Τι πρέπει να κάνουμε για να μην χαθεί το τρένο
Η ΤτΕ καυτηριάζει τη διαχρονική στάση των κυβερνήσεων που αντιμετωπίζουν τις ενισχύσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής σαν ένα σύστημα παροχής εισοδηματικών ενισχύσεων στους αγρότες και προτείνει σειρά παρεμβάσεων που, έστω και τώρα, θα μπορούσαν να αναστρέψουν την καθοδική πορεία του πρωτογενούς τομέα.
Η ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα, τονίζεται, προϋποθέτει ένα ολιστικό στρατηγικό σχέδιο, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της ΕΕ, με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Οι βασικές συστάσεις και επισημάνσεις της ΤτΕ για τον γεωργικό τομέα συνοψίζονται στα εξής:
- Τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και «Έξυπνη Γεωργία»: Απαιτείται ευρύτερη υιοθέτηση νέων τεχνολογιών (όπως τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιοποίηση, ρομποτική, αυτοματοποίηση και ευφυής γεωργία), οι οποίες μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή, να μειώσουν το κόστος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, και να ενισχύσουν την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
- Επενδύσεις σε υποδομές: Είναι αναγκαία η ενίσχυση των επενδύσεων σε σύγχρονες αγροτικές υποδομές, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα αρδευτικά έργα και σε συστήματα αποτελεσματικότερης διαχείρισης των φυσικών πόρων.
- Αντιμετώπιση του πολυκερματισμού (κλήρος και συνεργασίες): Επισημαίνεται η ανάγκη να συνενωθούν οι μικρές εκμεταλλεύσεις σε συνεργατικά σχήματα με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Για να επιτευχθεί αυτό και να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός του κλήρου, προτείνεται η επιτάχυνση της κτηματογράφησης και των αναδασμών, ενισχύοντας έτσι και την καθετοποίηση της παραγωγής.
- Αναδιάρθρωση παραγωγής: Χρειάζονται πρωτοβουλίες για την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, με γνώμονα τις αλλαγές στη ζήτηση αλλά και τις νέες κλιματικές συνθήκες.
- Ανθρώπινο κεφάλαιο και γνωσιακό κενό: Η ΤτΕ τονίζει ότι πρέπει να περιοριστεί το γνωσιακό κενό στον αγροτικό τομέα. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω της επιμόρφωσης και αναβάθμισης των δεξιοτήτων των αγροτών, τον εκσυγχρονισμό των αγροτικών σπουδών, τη στενότερη σύνδεσή τους με τη μεταποίηση τροφίμων και τη συνεργασία με εταιρείες τεχνολογίας.
- Νέο μοντέλο Αγρότη και ρόλος της ΚΑΠ: Η έκθεση καταλήγει πως είναι κρίσιμος ο επαναπροσδιορισμός του αγρότη ως «σύγχρονου επαγγελματία». Παράλληλα, συστήνει τον αναπροσανατολισμό της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) ώστε να πάψει να αποτελεί απλώς ένα εργαλείο εισοδηματικής στήριξης και να μετατραπεί σε μοχλό εκσυγχρονισμού, καινοτομίας και βιώσιμης ανάπτυξης.
* Δείτε την έκθεση της ΤτE στη στήλη Συνοδευτικό Υλικό