Ο ενεργειακός μετασχηματισμός της Ελλάδας δεν μπορεί να στηρίζεται σε μονοδιάστατες επιλογές, τόνισε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, υπογραμμίζοντας ότι η απανθρακοποίηση είναι σημαντική, αλλά «δεν είναι αυτοσκοπός».
Μιλώντας στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο κ. Παπασταύρου περιέγραψε την Ελλάδα ως «πολύ καλό παράδειγμα ενεργειακού μείγματος», σημειώνοντας ότι η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη μειώθηκε από πάνω από 65% το 2005 σε κάτω από 8% το 2025. Την ίδια περίοδο, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ξεπέρασαν το 50% της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ η συνολική εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ έφτασε τα 18 γιγαβάτ, από 6,3 γιγαβάτ το 2019.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η πορεία αυτή δείχνει ότι η προστασία του περιβάλλοντος και η μείωση των εκπομπών μπορούν να στηριχθούν από την κοινωνία, εφόσον προχωρούν με πραγματιστικούς όρους και λαμβάνουν υπόψη την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τη συνοχή των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων.
Πρώτη ερευνητική γεώτρηση
Αναφερόμενος στους υδρογονάνθρακες, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπογράμμισε ότι το φυσικό αέριο παραμένει καύσιμο μετάβασης και θα έχει θέση στο ενεργειακό μείγμα.
Όπως είπε, η Ελλάδα πρέπει να διερευνήσει αν διαθέτει εμπορικά εκμεταλλεύσιμα αποθέματα, ενώ επισήμανε ότι η ExxonMobil και η Chevron έχουν ενισχύσει την παρουσία τους τους τελευταίους 12 μήνες. «Ελπίζουμε να έχουμε την πρώτη ερευνητική γεώτρηση σε βαθιά ύδατα τον Φεβρουάριο του 2027», ανέφερε.
Για τη νέα ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ο κ. Παπασταύρου υποστήριξε ότι η Ευρώπη εμφανίζει σαφώς ισχυρότερα αντανακλαστικά. Τόνισε, ωστόσο, ότι τα μέτρα πρέπει να είναι στοχευμένα, ώστε να προστατεύουν την κοινωνική συνοχή, χωρίς να υπονομεύουν τη δημοσιονομική σύνεση ή να δημιουργούν νέες ανισότητες.
Ενιαία αγορά ενέργειας
Ο υπουργός έθεσε εκ νέου το ζήτημα της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, λέγοντας ότι πρόκειται για εκκρεμότητα «τεράστιας σημασίας». Όπως σημείωσε, η Ευρώπη δεν έχει ακόμη αρχίσει ουσιαστικά να τη χτίζει.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε επί χρόνια η απανθρακοποίηση, λέγοντας ότι ερμηνεύτηκε ως στόχος που υπερισχύει της κοινωνικής συνοχής, της ανταγωνιστικότητας ή της βιομηχανικής ανάπτυξης.
Από την πλευρά της, η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επίτροπος Καθαρής, Δίκαιης και Ανταγωνιστικής Μετάβασης, Teresa Ribera, ανέφερε ότι ο πόλεμος έχει σημαντικό αντίκτυπο στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, αλλά η Ευρώπη είναι καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με το 2022.
Η κυρία Ribera σημείωσε ότι η ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται άμεσα με την προσιτότητα και την ανταγωνιστικότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση από πηγές που δεν παράγει η ίδια η Ευρώπη, τόσο πιο έντονες θα είναι οι πιέσεις, ανέφερε.
Η ενεργειακή φτώχεια παραμένει πραγματικότητα, καθώς 42 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στους λογαριασμούς ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, έδωσε έμφαση στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, στις διασυνδέσεις και στην αποθήκευση, ως κρίσιμες προϋποθέσεις για πιο προσιτή και ανθεκτική ενέργεια.