Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Χρηματιστήριο: Ο... αργός θάνατος της περιφέρειας

Η άνοδος του Γενικού Δείκτη άνω του 20% από την αρχή της χρονιάς λέει τη... μισή αλήθεια καθώς ένα μεγάλο μέρος ταμπλό παραμένει στο περιθώριο. Πού αποδίδουν την αδυναμία οι επαγγελματίες της αγοράς.

Χρηματιστήριο: Ο... αργός θάνατος της περιφέρειας

Ο Ιούλιος ολοκληρώθηκε, ήταν ο τέταρτος συνεχόμενος ανοδικός μήνας, στον οποίο ο Γενικός Δείκτης του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, έστω και με διακυμάνσεις ανάλογα με τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο, κατέγραψε νέα υψηλά 200 μηνών, επιβεβαιώνοντας τη θετική ψυχολογία και την δυναμική της Αγοράς.

Με εντυπωσιακό φίνις ο κλαδικός δείκτης των τραπεζών, ολοκλήρωσε τον μήνα σε νέα υψηλά 128 μηνών.

Η ανοδική τάση χαρακτηρίστηκε από αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, καθώς οι περιοδικές κατοχυρώσεις κερδών και οι τοπικές κορυφές δημιούργησαν μόνο πρόσκαιρες ευκαιρίες επανατοποθέτησης, χωρίς να επιτρέπουν ουσιαστική ανασύνταξη των επενδυτών που έχουν μείνει εκτός Αγοράς.

Παράλληλα, η επιτυχής απορρόφηση μεγάλων αυξήσεων κεφαλαίου και ιδιωτικών τοποθετήσεων, αποτελεί ένδειξη της αυξημένης ρευστότητας και του ισχυρού επενδυτικού ενδιαφέροντος, καθώς σε προηγούμενους χρηματιστηριακούς κύκλους, αντίστοιχες συναλλαγές θα λειτουργούσαν ανασταλτικά για την πορεία της αγοράς.

Η διάθεση ανάληψης επενδυτικού κινδύνου σε Ελληνικές μετοχές και ομόλογα βρέθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία των πρόσφατων αντλήσεων κεφαλαίων, στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών.

Από την άλλη, όλα τα παραπάνω, δυστυχώς, αφορούν ένα σχετικά μικρό κομμάτι του χρηματιστηριακού ταμπλώ και κυρίως μετοχές που δραστηριοποιούνται τα ξένα χαρτοφυλάκια, τα οποία, επί καθημερινής βάσεως απασχολούν, minimum, το 70% του τζίρου και τα οποία ασχολούνται με μικρό αριθμό εισηγμένων και δεν ενδιαφέρονται για νέους “επενδυτικούς προορισμούς”.

Και αυτό γιατί πρωτεύον κριτήριο για τους ξένους είναι η συναλλακτική δραστηριότητα και η εύκολη “επιβίβαση και αποβίβαση” σε μία μετοχή.

Από την άλλη, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι εισηγμένων παραμένει στο περιθώριο συναλλαγών και ενδιαφέροντος και αρκετές από αυτές βυθίζονται σε πολυετή χαμηλά, απότοκο της σταδιακής μετάλλαξης του Χ.Α. σε αναπτυγμένη αγορά, με τους λίγους πωλητές να αναζητούν αγοραστές σε ακόμα χαμηλότερες αποτιμήσεις και να μην βρίσκουν.

Η εικόνα των τελευταίων, πολλών, ημερών σε μεσαία και πολύ περισσότερο σε μικρότερη κεφαλαιοποίηση, είναι “ηχηρή απάντηση” σε όσους δήλωναν βέβαιοι για την σταδιακή διάχυση του αγοραστικού ενδιαφέροντος, σε μεγαλύτερο κομμάτι του ταμπλώ, κάτι που μέχρι τώρα δεν διαφαίνεται.

Με αρκετούς από τους βασικούς μετόχους να περιμένουν “η αγορά να ανακαλύψει την εταιρεία τους”, τα “χαρτιά” έχουν αφεθεί κυριολεκτικά στην “τύχη τους” και στο “έλεος” των λίγων πωλητών(!)

Ασφαλώς και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπου με το αποδεδειγμένο ενδιαφέρον των βασικών μετόχων και με τα ικανοποιητικά θεμελιώδη των εταιρειών, οι μετοχές τους βρίσκονται σε πολυετή, ή ιστορικά υψηλά, αλλά αυτές απλά είναι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Είναι απόλυτα ενδεικτικό ότι από την αρχή του χρόνου και μέχρι την λήξη του χρηματιστηριακού επταμήνου, ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε κέρδη 21,17% και ο κλαδικός δείκτης των τραπεζών κέρδη 29,25% και την ίδια ώρα δεκάδες μετοχές, όχι μόνο υποαπέδιδαν, σε σχέση με τον Γενικό Δείκτη, αλλά κατέγραφαν έως και διψήφιες απώλειες.

Πιο συγκεκριμένα, από την αρχή του χρόνου και μέχρι τις 31/7, στην πρώτη θέση των κερδισμένων βρέθηκαν οι ΣΠΥΡ (+208,7%), ΓΕΚΤΕΡΝΑ (+77,89%), ΛΑΒΙ (+63,92%), ΜΟΗ (+61,78%), ACAG (+60,29%), ΑΤΡΑΣΤ (+57,81%), ΕΛΠΕ (+55,5%), ΒΙΟ (+48,57%), ΚΡΙ (+48,16%), ΑΔΜΗΕ (+48,03%), ΠΕΙΡ (+47,9%), ΕΥΔΑΠ (+44,78%), ΒΙΝΤΑ (+43,94%), CENER (+42,8%).

Αν από αυτή την ομάδα αφαιρεθούν οι τίτλοι των ACAG και ΑΤΡΑΣΤ, οι επιδόσεις των οποίων πήραν σημαντικές βοήθειες από την υποβολή δημόσιων προτάσεων, γίνεται εύκολα αντιληπτή η επικράτηση των “μεγάλων” του ταμπλώ.

Συγκεντρωτικά, η λήξη του χρηματιστηριακού επταμήνου, βρήκε 68 τίτλους με θετική μεταβολή και 68 με αρνητική.

Από τους 68 “πράσινους” μόνοι οι 27 ξεπέρασαν το 21,17%, που ήταν η επταμηνιαία απόδοση του ΓΔΧΑ.

Από τους 68 “κόκκινους”, με διψήφιες απώλειες ολοκλήρωσαν το επτάμηνο 47 μετοχές.

Σύμφωνα με έμπειρο αναλυτή, “αργά αλλά σταθερά η Εγχώρια Αγορά συνεχίζει να μεταλλάσσεται. Τα ‘μεγάλα χαρτιά’ θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν και οι ‘μικρομεσαίοι’ του ταμπλώ, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, θα παραμένουν στο περιθώριο του ενδιαφέροντος, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται”.

Από την άλλη, όλο και περισσότερες εισηγμένες ανακοινώνουν αποφάσεις για αγορές ιδίων μετοχών, αρκετές των οποίων μένουν αποφάσεις και ποτέ δεν ενεργοποιούνται.

Σύμφωνα με τον Ηλία Ζαχαράκη (πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος Fast Finance ΑΕΠΕΥ), “οι αγορές ιδίων μετοχών αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία διαχείρισης κεφαλαίου για τις εισηγμένες εταιρείες, καθώς εξυπηρετούν πολλαπλούς στρατηγικούς στόχους. Μέσω της επαναγοράς μετοχών από την αγορά, μια εταιρεία μειώνει τον αριθμό των μετοχών που κυκλοφορούν, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) και υπό προϋποθέσεις, να στηρίξει την αποτίμηση της μετοχής.

Παράλληλα, οι επαναγορές αποτελούν έναν εναλλακτικό τρόπο επιστροφής κεφαλαίου στους μετόχους, αντί της διανομής υψηλότερου μερίσματος. Σε αρκετές περιπτώσεις, η απόφαση αυτή ερμηνεύεται από την αγορά ως ένδειξη εμπιστοσύνης της διοίκησης στις προοπτικές της εταιρείας, καθώς υποδηλώνει ότι θεωρεί τη μετοχή υποτιμημένη, ή ελκυστική σε σχέση με τη θεμελιώδη αξία της.

Οι ίδιες μετοχές μπορούν επίσης να αξιοποιηθούν για την κάλυψη προγραμμάτων επιβράβευσης στελεχών και εργαζομένων, καθώς και ως μέσο χρηματοδότησης μελλοντικών εξαγορών, ή στρατηγικών συνεργασιών. Σε περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας, οι επαναγορές ενδέχεται να λειτουργήσουν και ως παράγοντας σταθεροποίησης της τιμής της μετοχής, περιορίζοντας τις πιέσεις από τις πωλήσεις.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα μιας επαναγοράς εξαρτάται από τον τρόπο και τον χρόνο υλοποίησής της. Εάν οι μετοχές αγοράζονται σε υψηλές αποτιμήσεις, ή εάν το πρόγραμμα χρηματοδοτείται με υπερβολικό δανεισμό, η κίνηση μπορεί να αποδειχθεί επιζήμια για τους μετόχους και να περιορίσει τη δυνατότητα της εταιρείας να επενδύσει στην ανάπτυξή της. Για τον λόγο αυτό, οι επενδυτές αξιολογούν τις αγορές ιδίων μετοχών, σε συνδυασμό με τη συνολική οικονομική εικόνα, την κερδοφορία, τις ταμειακές ροές και τη στρατηγική της κάθε εισηγμένης”.

Από εκεί και πέρα, δεν είναι λίγοι οι παράγοντες της αγοράς, που δεν κρύβουν τον προβληματισμό τους για την “μονόπαντη” άνοδο του Χ.Α. και την περιθωριοποίηση για ένα μεγάλο κομμάτι του ταμπλώ, όταν την ίδια ώρα στην Wall Street, ο δείκτης μικρής κεφαλαιοποίησης, Russell 2000, κατέγραψε συνεχόμενα νέα ιστορικά υψηλά.

Τι λένε οι επαγγελματίες του χώρου

Έντονος σκεπτικισμός αναπτύσσεται, λόγω της συνεχιζόμενης υψηλής συμμετοχής των μετοχών του FTSE25 στο σύνολο των συναλλαγών. Με το ποσοστό των συναλλαγών των μετοχών της υψηλής κεφαλαιοποίησης να διαμορφώνεται ως και στο 95% του συνόλου, στις τελευταίες συνεδριάσεις", σύμφωνα με τον Δημήτρη Τζάνα.

«Αν και ο χαμηλός βαθμός συμμετοχής των συναλλαγών σε τίτλους μεσαίας και χαμηλής κεφαλαιοποίησης, συνιστά μια χρόνια παθογένεια του Ελληνικού Χρηματιστήριου, που συνδέθηκε με την ολοένα και μεγαλύτερα συμμετοχή αλλοδαπών επενδυτών την τελευταία 15ετια, αλλά και με άλλους λόγους που αφορούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των εταιρειών και τη χαμηλή εμπορευσιμότητα πολλών τίτλων, η τρέχουσα, δραματικά, χαμηλή συμμετοχή της μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης δεν πρέπει να συνεχιστεί.

Καθώς νομοτελειακά θα οδηγήσει σε ένα χρηματιστήριο όπου εταιρείες με εξαιρετικά θεμελιώδη και ευοίωνες προοπτικές, δεν θα μπορούν να περιλαμβάνονται στο ραντάρ των επενδυτών, των διεθνών και των Ελλήνων.

Εξέλιξη που δεν συνάδει με το θεσμικό ρόλο του Χρηματιστηρίου, για να λειτουργήσει ευεργετικά για τους επενδυτές, τις εταιρείες και την Πολιτεία”, όπως σημειώνει ο κ. Τζάνας (σύμβουλος Διοίκησης Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ).

“Η μεσαία κεφαλαιοποίηση στο Χ.Α. συνεχίζει να υποαποδίδει αισθητά, σε σχέση με τα περισσότερα blue chips. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται όχι μόνο στην πορεία του σχετικού δείκτη, αλλά και στη συμπεριφορά των ίδιων των επενδυτών", όπως επισημαίνει ο Συμεών Μαυρουδής.

«Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο FTSEM δεν κατάφερε να ακολουθήσει την τελευταία ανοδική κίνηση της Αγοράς. Παραμένει περίπου 6% χαμηλότερα από τα πρόσφατα υψηλά του, την ώρα που ο Γενικός Δείκτης έχει ήδη ανανεώσει τα υψηλά πολλών ετών. Η συμπεριφορά αυτή δείχνει ότι σημαντικό μέρος των επενδυτικών κεφαλαίων, εξακολουθεί να κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά προς τις μετοχές της μεγάλης κεφαλαιοποίησης.

Η υποτονική αυτή εικόνα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι Εταιρείες της μεσαίας κεφαλαιοποίησης υστερούν σε ποιότητα. Αντιθέτως, αρκετές διαθέτουν ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, σταθερή κερδοφορία και υγιείς ισολογισμούς. Ωστόσο, παραμένουν εκτός του επενδυτικού ενδιαφέροντος, καθώς η ειδησεογραφία και οι αναλύσεις επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στα “μεγαλύτερα ονόματα” του ταμπλώ.

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η κατάσταση στις εταιρείες μικρότερης κεφαλαιοποίησης, όπου η περιορισμένη εμπορευσιμότητα αποτελεί μόνιμο αντικίνητρο για τους επενδυτές. Οι μεγάλες διαφορές μεταξύ τιμών αγοράς και πώλησης, οι περιορισμένοι ημερήσιοι όγκοι συναλλαγών και η δυσκολία εξόδου από μία θέση αυξάνουν σημαντικά τον επενδυτικό κίνδυνο. Ακόμη και εταιρείες με αξιόλογες προοπτικές, μπορεί να παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς ουσιαστικό αγοραστικό ενδιαφέρον.

Σε αρκετές περιπτώσεις, “ευθύνη” φέρουν και οι ίδιες οι διοικήσεις. Προφανώς, δεν “φταίνε”, καθώς δεν είναι και υποχρεωμένες να κάνουν ελκυστικές τις μετοχές τους και ούτε απαραίτητα τις εισήγαγαν για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα των επενδυτών, αλλά ίσως για να βελτιώσουν τη δική τους εικόνα.

Εν πάση περιπτώσει, η ελλιπής επικοινωνία με την αγορά, η απουσία ενεργού επενδυτικού διαλόγου και η περιορισμένη προβολή των επιχειρηματικών εξελίξεων, ενισχύουν την αδιαφορία των επενδυτών. Μία μετοχή χωρίς επαρκή πληροφόρηση και επενδυτική προβολή, είναι πολύ πιο εύκολο να γίνει αντικείμενο κερδοσκοπίας, ή απλώς να περάσει απαρατήρητη, ανεξάρτητα από την ποιότητα της Εταιρείας.

Από την άλλη πλευρά, οι επενδυτές γνωρίζουν πολύ καλά τους κινδύνους που συνοδεύουν τις μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας. Ο κίνδυνος εγκλωβισμού, η αδυναμία ρευστοποίησης σε εύλογες τιμές και η αυξημένη μεταβλητότητα, αποτελούν παράγοντες που δικαιολογούν την επιφυλακτικότητά τους.

Μία λύση είναι η διατήρηση περιορισμένης έκθεσης σε τέτοιες εταιρείες. Ωστόσο, μικρές τοποθετήσεις συνεπάγονται και περιορισμένο δυνητικό όφελος, γεγονός που πολλές φορές μειώνει το επενδυτικό ενδιαφέρον, ακόμη και όταν τα θεμελιώδη μεγέθη είναι ιδιαίτερα ελκυστικά.

Η πραγματικότητα είναι ότι στο Ελληνικό Χρηματιστήριο δεν είναι εύκολο να διαχωρίσει κανείς τις πραγματικά ποιοτικές εταιρείες, από εκείνες που απλώς παρουσιάζουν χαμηλή εμπορευσιμότητα. Το έργο αυτό γίνεται ακόμη δυσκολότερο αν αναλογιστεί κανείς ότι συνολικά το Χρηματιστήριο Αθηνών παραμένει μια σχετικά μικρή αγορά σε διεθνές επίπεδο, με περιορισμένο βάθος και μεγαλύτερη ευαισθησία στις μεταβολές της επενδυτικής διάθεσης.

Για τον λόγο αυτό, κάθε επενδυτική επιλογή θα πρέπει να εντάσσεται σε ένα σαφές επενδυτικό πλάνο. Όσοι επιλέγουν να επενδύσουν σε μετοχές μικρής, ή μεσαίας κεφαλαιοποίησης οφείλουν να έχουν προκαθορισμένη στρατηγική εισόδου και εξόδου, να αξιολογούν προσεκτικά το δυσμενές σενάριο και να εξετάζουν κατά πόσο η χαμηλή ρευστότητα είναι συμβατή με το επενδυτικό τους προφίλ.

Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται ότι ο ρόλος της Κεφαλαιαγοράς και των εποπτικών αρχών είναι η διασφάλιση της διαφάνειας, της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και της ισότιμης πρόσβασης στην πληροφόρηση. Αντιδιαμετρικά, επ' ουδενί λόγο δεν αποτελεί υποχρέωσή τους να εξασφαλίζουν ότι κάθε Εισηγμένη θα προσελκύει επενδυτικό ενδιαφέρον, ή ότι κάθε επενδυτική επιλογή θα αποδειχθεί επιτυχημένη.

Άλλωστε, η ύπαρξη μιας μετοχής στο ταμπλώ, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι αποτελεί και ελκυστική επενδυτική ευκαιρία”, όπως τονίζει ο κ. Μαυρουδής (διαχειριστής χαρτοφυλακίου Fast Finance ΑΕΠΕΥ).

«Στις Αγορές είθισται η μικρή κεφαλαιοποίηση να δίνει πάντοτε μεγαλύτερες ‘συγκινήσεις’ από τα ‘χαρτιά’ των μεγάλων Εταιρικών Ομίλων. Αυτό οφείλεται στους ρυθμούς αύξησης των μεγεθών που εκκινούν από ιδιαίτερα χαμηλή βάση και οι οποίοι έχουν δυσανάλογα θετική αποτύπωση στην χρηματιστηριακή πορεία των Εταιρειών», όπως υπενθυμίζει ο Μάνος Χατζηδάκης.

«Οι λόγοι για τους οποίους πολλές μικρές κεφαλαιοποιήσεις δεν κατάφεραν να κεφαλαιοποιήσουν τη θετική πορεία των αποτελεσμάτων τους είναι πολλοί. Αρκετές εισηγμένες ξεκίνησαν μια εκστρατεία εξωστρέφειας προς την επενδυτική κοινότητα, την οποία όμως εγκατέλειψαν όταν το κλίμα στις αγορές επιδεινώθηκε και οι αποτιμήσεις άρχισαν να υποχωρούν.

Η επικοινωνία με τους επενδυτές αντιμετωπίστηκε ως μια συγκυριακή ανάγκη και όχι ως μια διαρκής στρατηγική και οι αρμόδιοι υπεύθυνοι επενδυτικών σχέσεων μετατέθηκαν σε άλλους σκοπούς της οικονομικής διεύθυνσης. Η απουσία τακτικής επενδυτικής ενημέρωσης, η έλλειψη παρουσιάσεων αποτελεσμάτων, τηλεδιασκέψεων και συμμετοχής σε εγχώρια, ή διεθνή roadshows οδηγεί πολλές εταιρείες στο να παραμένουν ουσιαστικά άγνωστες σε ξένους διαχειριστές κεφαλαίων.

Στις διεθνείς αγορές, η προβολή μιας επενδυτικής ιστορίας είναι σχεδόν εξίσου σημαντική με την ίδια την επιχειρηματική επίδοση. Είναι ενδεικτικό ότι την τελευταία ημέρα των προθεσμιών ανακοίνωσης των εξαμηνιαίων, ή των ετήσιων αποτελεσμάτων ένα σταθερό πλήθος που αφορά 30% των εισηγμένων εταιρειών “στριμώχνεται” για να δημοσιεύσει οικονομικές καταστάσεις, πολλές φορές και εκπρόθεσμα.

Σε μια αγορά που το θεσμικό στοιχείο έχει κυρίαρχο λόγο, τέτοιου είδους πρακτικές εκπέμπουν αρνητικά μηνύματα για την οργάνωση, τον προγραμματισμό και συνολικά την ποιότητα της εταιρικής διακυβέρνησης.

Οι ξένοι διαχειριστές δεν αξιολογούν μόνο τους αριθμούς μιας εταιρείας, αλλά και τη συνέπεια, τη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα με την οποία αυτή επικοινωνεί με την αγορά. Η αξιοπιστία χτίζεται σταδιακά, αλλά μπορεί να χαθεί πολύ γρήγορα όταν η πληροφόρηση είναι αποσπασματική, ή καθυστερημένη.

Η περιορισμένη εμπορευσιμότητα των μετοχών λειτουργεί αποτρεπτικά για τους θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι δύσκολα μπορούν να δημιουργήσουν, ή να ρευστοποιήσουν ουσιαστικές θέσεις χωρίς να επηρεάσουν σημαντικά την τιμή της μετοχής. Το μικρό free float αποτελεί συχνά μεγαλύτερο εμπόδιο από την ίδια την αποτίμηση. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι βασικοί μέτοχοι επέλεξαν να διατηρήσουν υπερβολικά υψηλά ποσοστά συμμετοχής, περιορίζοντας τη διασπορά των μετοχών. Ακόμη και Εταιρείες με ισχυρή κερδοφορία και υγιή ισολογισμό, δυσκολεύονται να προσελκύσουν νέα κεφάλαια όταν η πραγματική προσφορά τίτλων στην αγορά είναι περιορισμένη.

Η στάση κάποιων εισηγμένων ήταν περίπου αλαζονική: Επιθυμούσαν την μέγιστη διάθεση μετοχών, στην μέγιστη δυνατή τιμή, χωρίς να έχουν την πρότερη καλή μαρτυρία που θα δικαιολογούσε μια μαζική διάθεση σε υψηλή αποτίμηση. Και επειδή στις Αγορές τα παράθυρα δεν μένουν πάντα ανοικτά, οι ευκαιρίες χάνονταν επί μακρό χρονικό διάστημα.

Σημαντικό ρόλο έχει παίξει και η συγκέντρωση της ρευστότητας σε λίγες μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης, η οποία όμως οφείλεται και στην αδράνεια και τις αστοχίες των “μικρών”.

Τα τελευταία χρόνια η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς, οι εισροές από παθητικά κεφάλαια και οι μεγάλες εταιρικές πράξεις, κατεύθυναν το μεγαλύτερο μέρος των νέων κεφαλαίων προς τις τράπεζες και τους μεγάλους ομίλους, αφήνοντας την περιφέρεια με αισθητά μικρότερη επενδυτική προσοχή.

Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι αρκετές μικρότερες εταιρείες, παρά την καλή λειτουργική τους εικόνα, δεν έχουν παρουσιάσει ένα πειστικό μακροπρόθεσμο επενδυτικό αφήγημα. Οι αγορές δεν αποτιμούν μόνο τα σημερινά κέρδη, αλλά κυρίως την ορατότητα της ανάπτυξης, τις επενδυτικές προοπτικές και τη δυνατότητα δημιουργίας αξίας για τους μετόχους μέσα από εξαγορές, διεθνοποίηση, αύξηση μερισμάτων, ή βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης.

Ίσως, λοιπόν, η “χαμένη λάμψη” της μικρής κεφαλαιοποίησης να μην οφείλεται μόνο στην έλλειψη καλών εταιριών. Περισσότερο μοιάζει να είναι αποτέλεσμα μιας αγοράς που έχει γίνει πιο απαιτητική, με τους επενδυτές να αναζητούν πλέον όχι μόνο ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά και βάθος, ρευστότητα, διαφάνεια και συνεπή επικοινωνία.

Όσες εταιρείες καταφέρουν να συνδυάσουν αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι πιθανό να αποτελέσουν τους επόμενους πρωταγωνιστές του Ελληνικού Χρηματιστηρίου», όπως εκτιμά ο κ. Χατζηδάκης (υπεύθυνος τμήματος ανάλυσης Beta Sec.).

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο