Σαφές μήνυμα ότι χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή βιομηχανία έστειλαν στελέχη του ΣΕΒ από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, αναδεικνύοντας το ενεργειακό ως τον κρίσιμο παράγοντα που επηρεάζει άμεσα τις επενδυτικές αποφάσεις.
Η πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΣΕΒ, Ράνια Αικατερινάρη, υπογράμμισε ότι η συζήτηση για τη στήριξη της βιομηχανίας δεν είναι ιδεολογική, αλλά βαθιά αναπτυξιακή. Όπως σημείωσε, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 90% την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα 48,7 δισ. ευρώ το 2025, με τη βιομηχανία να αντιπροσωπεύει το 90% αυτών. Πρόκειται για επίδοση που υπερβαίνει σημαντικά ακόμη και τις ταξιδιωτικές εισπράξεις, επιβεβαιώνοντας τον στρατηγικό ρόλο του κλάδου.
Παράλληλα, η βιομηχανία εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την υπόλοιπη οικονομία, με αύξηση 37% σε πραγματικούς όρους την τελευταία δεκαετία, έναντι 17% του ΑΕΠ. Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι επίσης κατά 60% υψηλότερη από τον μέσο όρο, εξέλιξη που αποδίδεται σε εκτεταμένες επενδύσεις και υιοθέτηση τεχνολογιών αιχμής.
Ενδεικτικό της δυναμικής είναι ότι τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί επενδύσεις άνω των 45 δισ. ευρώ, με υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο λόγω του μακροπρόθεσμου ορίζοντα απόδοσης. Την ίδια στιγμή, η σύγχρονη βιομηχανία βρίσκεται στην αιχμή του τεχνολογικού μετασχηματισμού, ενσωματώνοντας ψηφιακά συστήματα, αυτοματοποίηση, ρομποτική και τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, όπως επεσήμανε η κα Αικατερινάρη, η έλλειψη προβλεψιμότητας στο ενεργειακό κόστος λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις. «Ανταγωνιστική βιομηχανία χωρίς ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας δεν υπάρχει», τόνισε, ζητώντας συνολική επανεξέταση των χρεώσεων – από τους μηχανισμούς αγοράς και τα δίκτυα έως τους φόρους και τα τέλη.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Πάνος Λώλος, μέλος του Δ.Σ. του ΣΕΒ και επικεφαλής στον κλάδο χαλκού της ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ, υπογράμμισε την ένταση επενδύσεων στη βιομηχανία, όπου επενδύονται περίπου 36.000 ευρώ ανά εργαζόμενο ετησίως – πενταπλάσια σε σχέση με τον μέσο όρο της οικονομίας.
Ο ίδιος ανέδειξε και τη στρατηγική διάσταση της βιομηχανίας για την Ευρώπη, σημειώνοντας ότι η ΕΕ επανέρχεται δυναμικά στον κλάδο μέσω πρωτοβουλιών όπως το Clean Industrial Deal, όχι μόνο για λόγους ανταγωνιστικότητας αλλά και ασφάλειας εφοδιασμού.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη η Ελλάδα να διαμορφώσει σαφή εθνική στρατηγική υπέρ της μεταποίησης, καθώς παραμένει χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη ως ποσοστό του ΑΕΠ. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η χώρα δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε ξένες επενδύσεις, οι οποίες αποτελούν μόλις το 6%-7% του συνόλου, αλλά να ενισχύσει την εγχώρια βιομηχανική βάση.
Στο πεδίο των υποδομών, αναδείχθηκαν σημαντικές ελλείψεις τόσο στον σχεδιασμό των ενεργειακών δικτύων όσο και στο χωροταξικό πλαίσιο. Οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας ζήτησαν περισσότερο «χώρο» για αυτοπαραγωγή και αποθήκευση ενέργειας, καθώς και σταθερό θεσμικό περιβάλλον που θα επιτρέπει την ανάπτυξη χωρίς καθυστερήσεις και νομικές εμπλοκές.
Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις βιομηχανικές περιοχές, με προτάσεις για μετατροπή υφιστάμενων συγκεντρώσεων, όπως τα Οινόφυτα και το Σχηματάρι, σε πρότυπες ζώνες βιομηχανικής επιτάχυνσης με στοχευμένα κίνητρα.