Το έναυσμα για νέο γύρο παραχωρήσεων μελλοντικά δίνει ο επικείμενος διαγωνισμός για τη διενέργεια σεισμικών ερευνών σε περιοχές για τις οποίες λέγεται ότι υπάρχει ενδιαφέρον από ξένους παίκτες στον τομέα των υδρογονανθράκων.
Η απόφαση που υπέγραψε ο υπουργός Σταύρος Παπασταύρου ανάβει το πράσινο φως στην Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ) να προκηρύξει διεθνή διαγωνισμό για σεισμογραφικές εταιρείες που θα “σκανάρουν” περιοχές στη Δυτική και Νότια Ελλάδα, για τις οποίες υπάρχει πιθανό ενδιαφέρον από πελάτες τους και παίκτες που τους έχουν προσεγγίσει.
Στη συνέχεια θα τους πουλήσουν τα σεισμικά δεδομένα (non-exclusive seismic data) τα οποία μπορεί να αγοράσει ο οποιοσδήποτε, κατά το ίδιο μοντέλο που είχε ακολουθήσει το Δημόσιο και κατά το πρώτο γύρο παραχωρήσεων (2012-2013).
Τότε, η νορβηγική PGS (νυν TGS), ακολουθώντας το μοντέλο «multiclient data» χρηματοδότησε τη χαρτογράφηση μιας τεράστιας θαλάσσιας έκτασης, και εν συνεχεία πούλησε τα σεισμικά δεδομένα (2D ή 3D) σε εταιρείες υδρογονανθράκων, πολλές εκ των οποίων είναι σήμερα παραχωρησιούχοι σε ελληνικά οικόπεδα.
Έτσι ακριβώς θα γίνει και τώρα απ’ όσες σεισμογραφικές ανταποκριθούν στη πρόσκληση της ΕΔΕΥΕΠ.
Εκδήλωση ενδιαφέροντος από μεγάλο παίκτη
Σύμφωνα μάλιστα με κάποιες πληροφορίες ένας λόγος για τη χθεσινή υπουργική απόφαση του ΥΠΕΝ είναι ότι η κρατική εταιρεία έχει γίνει αποδέκτης επίσημης εκδήλωσης ενδιαφέροντος από μια εκ των μεγαλύτερων σεισμογραφικών στο κόσμο.
Εκτός της TGS, στη κατηγορία των πολύ «μεγάλων» εντάσσονται η γαλλική Viridien (CGG), με το μεγαλύτερο στόλο σκαφών γεωλογικής έρευνας στον κόσμο, η πολυεθνική Schlumberger (SLB/WesternGeco) από τους κορυφαίους παίκτες στη παροχή υπηρεσιών σε κοιτάσματα πετρελαίου, καθώς και η επίσης νορβηγική Shearwater GeoService.
Το θέμα δεν είναι τωρινό, ανεπίσημες κρούσεις δέχεται η ΕΔΕΥΕΠ εδώ και καιρό. «Εχουμε ήδη λάβει ενδιαφέρον από μια από τις δύο μεγαλύτερες εταιρείες σεισμογραφικών στον κόσμο για να ξεκινήσουμε τη διαδικασία. Τους έχουμε πει ότι θέλουμε να ολοκληρώσουμε και τη συνεργασία με τη Chevron για ένα γενικότερο σχεδιασμό, αλλά αυτό δείχνει ότι ο στόχος είναι πολύ συγκεκριμένος και ήδη προετοιμαζόμαστε για την επόμενη μέρα μετά τις υπογραφές», είχε κάνει γνωστό από το Φεβρουάριο μιλώντας σε εκδήλωση του Capital- Forbes ο επικεφαλής της Αρης Στεφάτος.

Έκταση 190.000 τετραγωνικών χλμ
Αν και ο χάρτης που συνοδεύει την ανακοίνωση του ΥΠΕΝ περιλαμβάνει μια τεράστια προς χαρτογράφηση έκταση, που αφορά πάνω από το μισό ελληνικό θαλάσσιο χώρο και που σύμφωνα με τους ειδικούς υπολογίζεται σε 180-190.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, προφανώς και οι εταιρείες που θα ανταποκριθούν στην πρόσκληση δεν θα τη σκανάρουν ολόκληρη. Θα προτείνουν προγράμματα ερευνών που θα καλύπτουν τμήματα της περιοχής.
Για να γίνει κατανοητό τι σημαίνουν τα 180-190.000 τ. χλμ, η συνολική έκταση της Ελλάδας είναι 131.957 τ.χλμ.
Στη πράξη η έκταση που θα συμπεριληφθεί στο διαγωνισμό αφορά το σύνολο των οικοπέδων που είχαν χαραχτεί με το νόμο Μανιάτη (ν.4001/2011), εκ των οποίων τελικά προκηρύχθηκαν πολύ λιγότερα.
Μένει φυσικά να διευκρινιστεί για ποιο λόγο ο χάρτης του ΥΠΕΝ περιλαμβάνει και τα αδειοδοτημένα στην Chevron και ExxonMobil οικόπεδα. Εκτός και αν σε κάποια από τα μπλοκ όπου δεν έχουν γίνει σεισμικά ή αυτά είναι πολύ αραιά, οι δύο εταιρείες, αντί να προκηρύξουν διαγωνισμούς για πλοία, αναμείνουν τη σάρωση, προκειμένου να αγοράσουν μετά τα δεδομένα.
Κοινός παρονομαστής άλλωστε για το ενδιαφέρον που λέγεται ότι επιδεικνύουν οι σεισμογραφικές για την Ελλάδα είναι το εκτεταμένο πρόγραμμα γεωτρήσεων άνω του 1 δισ. ευρώ που δρομολογείται για τα επόμενα χρόνια στα εννέα θαλάσσια μπλοκ της χώρας, αλλά και ότι η χώρα θα ήθελε ιδανικά να έχει ερευνητικά πλοία στο πεδίο νοτίως της Κρήτης πριν τα τέλη του 2026.
Το έναυσμα για νέες παραχωρήσεις
Το υπονοεί εμμέσως πλην σαφώς και η ίδια η ανακοίνωση του ΥΠΕΝ, σύμφωνα με την οποία “στόχος είναι να υπάρξει ανταπόκριση στο ενδιαφέρον της αγοράς να χρηματοδοτήσει νέες σεισμικές έρευνες που θα εξασφαλίσουν, σύμφωνα με τα πλέον σύγχρονα πρότυπα που ακολουθούνται στον τομέα των υδρογονανθράκων, δεδομένα μη αποκλειστικής χρήσης. Ενδιαφέρον που σχετίζεται άμεσα με τις σημαντικές εξελίξεις στην ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων και τις πρόσφατες ενεργειακές συμφωνίες Chevron και ExxonMobil”.
Τα παραπάνω μπορεί να αποτελέσουν το έναυσμα για ένα νέο γύρο παραχωρήσεων ή την εκδήλωση ενδιαφέροντος για κάποια περιοχή από παίκτη που θα αγοράσει τα φρέσκα σεισμικά ή και για ένα νέο γύρο open door, δηλαδή μιας ανοικτής πρόσκλησης ενδιαφέροντος, που σημαίνει ότι η περιοχή είναι διαθέσιμη σε μόνιμη βάση για όποιον επενδυτή χτυπήσει τη πόρτα του Δημοσίου.
Τόσο για περιοχές που έχουν επιστραφεί για κάποιο λόγο στην ΕΔΕΥΕΠ, όπως συνέβη πρόσφατα με το μπλοκ “Δυτικά της Κρήτης”, όσο και για τη χάραξη νέων οικοπέδων που δεν έχουν ποτέ βγει σε διαγωνισμό, κρίνοντας και από τη τεράστια προς χαρτογράφηση έκταση.
Στη ίδια άλλωστε τη χθεσινή ανακοίνωση του ΥΠΕΝ αναφέρεται ότι πρόκειται να δημιουργηθεί μια τράπεζα δισδιάστατων και τρισδιάστατων δεδομένων μη αποκλειστικής χρήσης που θα καταστήσει τις εν λόγω περιοχές ελκυστικές για εταιρείες υδρογονανθράκων, καθώς θα εγγυάται την ευκολότερη πρόσβαση και τη βελτιωμένη ακρίβεια των δεδομένων με παράλληλη μείωση του επενδυτικού ρίσκου.
Σημειωτέον ότι στο θέμα του open-door είχε αναφερθεί πρόσφατα ο ίδιος ο κ. Στεφάτος.
“Ήδη έχουμε εισηγηθεί (σσ: στο ΥΠΕΝ) την προκήρυξη νέου διεθνούς διαγωνισμού πρόσκτησης σεισμικών δεδομένων και αξιολογούμε και την προκήρυξη διαδικασίας ανοιχτής πρόσκλησης (open door) για περιοχές που θα είναι διαθέσιμες σε μόνιμη βάση. Στο πλαίσιο αυτό θα αξιολογήσουμε και τη δυνατότητα να συνδράμουμε σε λύσεις που μειώνουν το επενδυτικό ρίσκο και καθιστούν τα οικόπεδα περισσότερο ελκυστικά. Ελπίζω ότι σχετικά σύντομα θα είμαστε σε θέση να κάνουμε συγκεκριμένες ανακοινώσεις”, είχε αναφέρει προ εβδομάδων μιλώντας στο “ΒΗΜΑ”.