Η περίοδος 2019–2025 δοκίμασε σκληρά τις ευρωπαϊκές οικονομίες: πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός, αύξηση επιτοκίων και γεωπολιτική αβεβαιότητα. Η σύγκριση της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Κύπρου αποκαλύπτει τρεις διαφορετικές διαδρομές ανάπτυξης και, κυρίως, τρία διαφορετικά επίπεδα πραγματικής ευημερίας.
Η Κύπρος πέτυχε την ισχυρότερη αναπτυξιακή πορεία
Η Κύπρος παρουσίασε τη μικρότερη ύφεση κατά την πανδημία και την ισχυρότερη ανάκαμψη την περίοδο που ακολούθησε. Το πραγματικό της ΑΕΠ αυξήθηκε σωρευτικά περίπου κατά 28% μεταξύ 2019 και 2025, έναντι περίπου 11% στην Ελλάδα και την Πορτογαλία.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η Κύπρος δεν ανέκτησε απλώς τις απώλειες της πανδημίας, αλλά μετακινήθηκε σε αισθητά υψηλότερο επίπεδο παραγωγής.
Η Ελλάδα επίσης αναπτύχθηκε σημαντικά μετά το 2020 και δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας. Η ανάπτυξη, όμως, στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό, στην κατανάλωση, στις κατασκευές, στα ακίνητα και στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Πρόκειται για δραστηριότητες που συμβάλλουν στο ΑΕΠ, χωρίς πάντοτε να εξασφαλίζουν υψηλή παραγωγικότητα και μεγάλη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο.
Τι συνέβη στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ
Το συνολικό ΑΕΠ δεν αρκεί για να αξιολογήσουμε την πραγματική πρόοδο μιας χώρας. Περισσότερο αποκαλυπτική είναι η εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ, δηλαδή της παραγωγής ανά κάτοικο αφού αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού.
Η ετήσια πορεία του ακολούθησε ένα κοινό μοτίβο:
- μεγάλη πτώση το 2020,
- ισχυρή ανάκαμψη το 2021 και το 2022,
- σαφώς χαμηλότερους θετικούς ρυθμούς κατά την περίοδο 2023–2025.
Σωρευτικά, μεταξύ 2019 και 2025, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά:

Οι εκτιμήσεις είναι στρογγυλοποιημένες, καθώς τα στοιχεία του 2025 παραμένουν προσωρινά. Ο δείκτης πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ υπολογίζεται από τη Eurostat ως το πραγματικό ΑΕΠ διαιρεμένο με τον μέσο πληθυσμό κάθε έτους.
Η Ελλάδα, επομένως, έγινε πλουσιότερη σε σχέση με το δικό της επίπεδο του 2019. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πλησίασε ουσιαστικά την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η πραγματική κατάταξη του 2025
Για τη σύγκριση του επιπέδου ανάπτυξης μεταξύ χωρών, ο καταλληλότερος δείκτης είναι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, με μέσο όρο ΕΕ=100. Το 2025:
- η Κύπρος βρισκόταν στο 98% του μέσου όρου της ΕΕ,
- η Πορτογαλία βρισκόταν στο 81% του μέσου όρου της ΕΕ,
- η Ελλάδα βρισκόταν μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ καταλαμβάνοντας την τελευταία θέση μαζί με την Βουλγαρία (68%) ανάμεσα στις χώρες αυτές.
Άρα η σωστή κατάταξη είναι ξεκάθαρη:
- Κύπρος
- Πορτογαλία
- Ελλάδα
Η Κύπρος έχει σχεδόν συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Πορτογαλία διατηρεί σημαντικό προβάδισμα έναντι της Ελλάδας, ενώ η Ελλάδα παραμένει μία από τις δύο χώρες με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην αύξηση του ελληνικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ και στην απουσία σύγκλισης. Για να συγκλίνει μια χώρα, δεν αρκεί να αναπτύσσεται· πρέπει να αναπτύσσεται ταχύτερα και διατηρήσιμα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πληθωρισμός: Γιατί η ανάπτυξη δεν μεταφράστηκε αυτόματα σε καλύτερη καθημερινότητα
Ο πληθωρισμός αυξήθηκε έντονα και στις τρεις χώρες, ιδιαίτερα το 2022. Η Ελλάδα κατέγραψε τότε πληθωρισμό περίπου 9,3%, ενώ η Πορτογαλία και η Κύπρος περίπου 8,1%. Στα επόμενα χρόνια ο πληθωρισμός υποχώρησε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι τιμές μειώθηκαν και επέστρεψαν στα επίπεδα του 2019. Σημαίνει απλώς ότι συνέχισαν να αυξάνονται με πιο αργό ρυθμό.
Μεταξύ 2019 και 2025, το συνολικό επίπεδο των τιμών αυξήθηκε περίπου:
- κατά 20% στην Ελλάδα,
- κατά 20% στην Πορτογαλία,
- κατά 17% στην Κύπρο.
Άρα ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που κόστιζε 100 ευρώ το 2019, το 2025 κόστιζε περίπου:
- 120 ευρώ στην Ελλάδα,
- 120 ευρώ στην Πορτογαλία,
- 117 ευρώ στην Κύπρο.
Αυτό είναι το σημείο που εξηγεί γιατί πολλοί πολίτες δεν αισθάνθηκαν στον ίδιο βαθμό τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών. Ακόμη και όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται, η αγοραστική δύναμη δεν βελτιώνεται εάν οι τιμές αυξάνονται με μεγαλύτερο ρυθμό .
Επομένως, μπορεί ταυτόχρονα:
- το ΑΕΠ να αυξάνεται,
- η ανεργία να μειώνεται,
- οι ονομαστικοί μισθοί να ανεβαίνουν,
αλλά το νοικοκυριό να εξακολουθεί να πιέζεται, επειδή το κόστος τροφίμων, ενέργειας, ενοικίων και βασικών υπηρεσιών αυξάνεται ταχύτερα από το πραγματικό του εισόδημα.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν αναιρεί την απώλεια αγοραστικής δύναμης που είχε ήδη προηγηθεί. Οι τιμές σταθεροποιούνται σε υψηλότερο επίπεδο και το ζητούμενο είναι αν οι πραγματικοί μισθοί και το διαθέσιμο εισόδημα μπορούν να καλύψουν αυτή τη διαφορά.
Δημόσιο χρέος: Μεγάλη ελληνική πρόοδος, αλλά από πολύ υψηλή βάση
Και οι τρεις χώρες πέτυχαν σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μετά την πανδημία.

Η Ελλάδα μείωσε εντυπωσιακά τον δείκτη της από το 209,4% το 2020 στο 146,1% το 2025. Παρά την πρόοδο, εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κύπρος, αντίθετα, κατέβηκε κάτω από το όριο του 60% του ΑΕΠ, ενώ η Πορτογαλία σταθεροποιήθηκε σε σαφώς χαμηλότερο επίπεδο από την Ελλάδα.
Οι οίκοι αξιολόγησης επιβεβαιώνουν την πρόοδο — αλλά και την απόσταση
Η βελτίωση της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνεται και στις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων. Η Ελλάδα έχει επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα και αξιολογείται σήμερα με BBB από τη Standard & Poor’s και τη Fitch και με Baa3 από τη Moody’s, όλες με σταθερή προοπτική. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης και για αναγνώριση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, της ανάπτυξης και της σταθερής μείωσης του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει χαμηλότερα από τις άλλες δύο χώρες:

Η διαφορά δεν είναι απλώς συμβολική. Δείχνει ότι, παρά την αναμφισβήτητη πρόοδο, οι αγορές εξακολουθούν να θεωρούν την Ελλάδα περισσότερο ευάλωτη, κυρίως λόγω του πολύ υψηλού δημόσιου χρέους, του χαμηλότερου κατά κεφαλήν εισοδήματος, των εξωτερικών ανισορροπιών και των διαρθρωτικών αδυναμιών της οικονομίας.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Η αποτελεσματική δικαιοσύνη δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό ή θεσμικό ζήτημα· αποτελεί βασική οικονομική υποδομή. Όταν μια εμπορική ή αστική διαφορά χρειάζεται χρόνια για να επιλυθεί, αυξάνεται η αβεβαιότητα, δυσκολεύεται η εκτέλεση των συμβάσεων, καθυστερούν οι επενδύσεις και περιορίζεται η διάθεση επιχειρήσεων και κεφαλαίων να αναλάβουν μακροχρόνιο κίνδυνο.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα του ελληνικού δικαστικού συστήματος παραμένει μεταξύ των χαμηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επηρεάζει αρνητικά τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί επίσης να θεωρεί την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης κρίσιμο πεδίο μεταρρυθμίσεων, με άμεση σύνδεση με το επιχειρηματικό περιβάλλον και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.
Η Πορτογαλία και η Κύπρος δεν στερούνται θεσμικών προβλημάτων. Η υψηλότερη πιστοληπτική τους αξιολόγηση, όμως, δείχνει ότι έχουν διαμορφώσει συνολικά ισχυρότερο συνδυασμό δημόσιων οικονομικών, θεσμικής αξιοπιστίας και οικονομικής ανθεκτικότητας.
Επομένως, η επόμενη αναβάθμιση της Ελλάδας δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη μείωση του χρέους. Θα εξαρτηθεί και από το αν η χώρα μπορεί να επιταχύνει τη δικαιοσύνη, να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου, να περιορίσει τη γραφειοκρατία και να δημιουργήσει ένα σταθερό περιβάλλον για παραγωγικές και μακροχρόνιες επενδύσεις.
Η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να επαναφέρει μια χώρα στην επενδυτική βαθμίδα. Η θεσμική αποτελεσματικότητα είναι εκείνη που μπορεί να την οδηγήσει στις υψηλότερες βαθμίδες ανάπτυξης και αξιοπιστίας.
Το μεγάλο συμπέρασμα
Η Κύπρος είχε την καλύτερη συνολική επίδοση: υψηλότερη ανάπτυξη, ισχυρότερη άνοδο του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ και πολύ χαμηλότερο δημόσιο χρέος. Η Πορτογαλία ακολούθησε πιο σταθερή και ισορροπημένη πορεία, διατηρώντας σαφές προβάδισμα έναντι της Ελλάδας στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και στη δημοσιονομική θέση.
Η Ελλάδα πέτυχε πραγματική ανάπτυξη, αύξησε την απασχόληση και μείωσε εντυπωσιακά το χρέος προς ΑΕΠ. Δεν έχει, όμως, ακόμη μετατρέψει αυτή την πρόοδο σε ισχυρή παραγωγικότητα, υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με την Ευρώπη.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν αναπτύχθηκε. Αναπτύχθηκε. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι είδους ανάπτυξη πέτυχε, πόση αξία παρήγαγε ανά εργαζόμενο και πόσο από το αποτέλεσμα αυτό έφθασε τελικά στον γενικό πληθυσμό.
* Υποψήφια Διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Επιστημονική Συνεργάτης, Ινστιτούτο Χρηματοοικονομικού Αλφαβητισμού
* Ευχαριστώ τον Καθηγητή Νικόλαο Φίλιππα για την πολύτιμη καθοδήγησή του για την ολοκλήρωση του άρθρου.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.