Η αύξηση των αμυντικών δαπανών αποτελεί πλέον μονόδρομο για την Ευρώπη, όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίσει, αλλά αν μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη χωρίς να εκτροχιάσει το δημόσιο χρέος.
Στην τελευταία του έκθεση («Euro Area Stability Watch 2026»), ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) υποστηρίζει ότι η οικονομική επίπτωση του νέου εξοπλιστικού κύκλου δεν είναι προκαθορισμένη. Εφόσον οι επενδύσεις σχεδιαστούν σωστά, μπορούν να επιστρέψουν στην οικονομία σημαντικό μέρος του δημοσιονομικού κόστους, μέσω υψηλότερης παραγωγικότητας, μεγαλύτερης ανάπτυξης και αυξημένων φορολογικών εσόδων.
Σε ειδικό κεφάλαιο ο ESM εξετάζει το κόστος της ευρωπαϊκής αμυντικής ενίσχυσης σε μια περίοδο κατά την οποία οι χώρες της ευρωζώνης καλούνται να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες τους προς τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ, ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Για την ευρωζώνη, αυτό μεταφράζεται σε επιπλέον δαπάνες περίπου 45 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2035, την ώρα που πολλές οικονομίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.
Η σύνθεση των δαπανών
Η βασική διαπίστωση του ESM είναι ότι η Ευρώπη δεν υστερεί μόνο στο ύψος των αμυντικών δαπανών, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο τις κατανέμει.
Σήμερα, πάνω από το 40% του συνολικού αμυντικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατευθύνεται σε μισθούς προσωπικού, περίπου το ένα τρίτο αφορά αγαθά και υπηρεσίες, ενώ μόλις το 20% επενδύσεις. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι η έρευνα και ανάπτυξη (R&D) απορροφά μόλις το 3% των συνολικών αμυντικών δαπανών, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 12%.
Σύμφωνα με τον ESM, αυτή η χρόνια υποεπένδυση στην καινοτομία διατηρεί την εξάρτηση της Ευρώπης από μη ευρωπαϊκούς προμηθευτές σε κρίσιμες τεχνολογίες και περιορίζει τα οφέλη που θα μπορούσαν να διαχυθούν στην υπόλοιπη οικονομία.
Η παραγωγικότητα
Η έκθεση παρουσιάζει νέα στοιχεία για περισσότερες από 1.300 αμυντικές επιχειρήσεις και περίπου 1,2 εκατομμύρια μη αμυντικές επιχειρήσεις στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία).
Η ανάλυση δείχνει ότι οι αμυντικές επιχειρήσεις εμφανίζουν:
- περίπου 40% υψηλότερη συνολική παραγωγικότητα (TFP),
- 35% μεγαλύτερη επενδυτική ένταση,
- υψηλότερη κεφαλαιακή ένταση,υψηλότερους μισθούς από αντίστοιχες επιχειρήσεις της πολιτικής οικονομίας.
Παρότι ο κλάδος αντιπροσωπεύει μόλις 1,9% του συνολικού κύκλου εργασιών της οικονομίας (και περίπου 4,5% της μεταποίησης), αποτελεί έναν από τους πλέον τεχνολογικά προηγμένους τομείς της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Ο ESM επισημαίνει ότι το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος δεν προέρχεται από την τελική παραγωγή οπλικών συστημάτων, αλλά από το δίκτυο των επιχειρήσεων που τα υποστηρίζουν.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 85% των ενδιάμεσων εισροών που χρησιμοποιεί η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία προέρχεται από επιχειρήσεις της ίδιας της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μεγάλη αμυντική παραγγελία ενεργοποιεί ένα εκτεταμένο δίκτυο προμηθευτών, οι οποίοι επενδύουν σε νέο εξοπλισμό, τεχνολογίες και παραγωγικές διαδικασίες.
Η μελέτη υπολογίζει ότι αύξηση κατά 10% της έντασης των αμυντικών επενδύσεων οδηγεί σε αύξηση περίπου 0,08% της παραγωγικότητας (TFP) των προμηθευτών, με τα μεγαλύτερα οφέλη να εμφανίζονται στις επιχειρήσεις που ήδη βρίσκονται κοντά στην τεχνολογική αιχμή. Οι διαχύσεις αυτές προέρχονται τόσο από επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό, όσο και από δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη.
Πώς μειώνεται το δημοσιονομικό κόστος
Το βασικό εύρημα της έκθεσης είναι ότι οι αμυντικές δαπάνες μπορούν εν μέρει να χρηματοδοτήσουν τον εαυτό τους.
Στο βασικό σενάριο του ESM εξετάζεται μια μόνιμη αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, η οποία εφαρμόζεται σταδιακά μέσα σε δέκα χρόνια. Από αυτήν, το ένα τρίτο αφορά προσωπικό και τα δύο τρίτα επενδύσεις και προμήθειες εξοπλισμού, ενώ αρχικά χρηματοδοτείται μέσω δανεισμού και στη συνέχεια το χρέος επανέρχεται στα αρχικά επίπεδα μέσω ανακατανομής δαπανών και όχι μέσω αυξήσεων φόρων.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι:
- χωρίς παραγωγικές διαχύσεις, το κράτος ανακτά περίπου 25 λεπτά για κάθε επιπλέον ευρώ αμυντικών δαπανών μέσω υψηλότερης οικονομικής δραστηριότητας και φορολογικών εσόδων,
- με ισχυρές διαχύσεις παραγωγικότητας, η ανάκτηση αυξάνεται στα 53 λεπτά ανά ευρώ, μειώνοντας το καθαρό δημοσιονομικό κόστος από 1 ευρώ στα 47 λεπτά.
Ο σημαντικότερος μηχανισμός αυτής της ανάκτησης είναι η αύξηση της απασχόλησης και των μισθών. Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες από το συνολικό ποσοστό αυτοχρηματοδότησης (53%) προέρχονται από την αύξηση των εισοδημάτων από εργασία, τα οποία διευρύνουν τη φορολογική βάση.
Το χρέος παραμένει ο μεγάλος κίνδυνος
Παρά τα αναπτυξιακά οφέλη, ο ESM προειδοποιεί ότι η επιβάρυνση του δημόσιου χρέους παραμένει πραγματική.
Εάν η αύξηση των αμυντικών δαπανών συνοδευτεί από μόνιμα υψηλότερο δημόσιο χρέος, τα πραγματικά επιτόκια αυξάνονται, περιορίζονται οι ιδιωτικές επενδύσεις και μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων πόρων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους. Αντίθετα, όταν οι κυβερνήσεις συνοδεύουν την αμυντική ενίσχυση με ένα αξιόπιστο μεσοπρόθεσμο σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής, το κόστος δανεισμού παραμένει χαμηλότερο και διατηρείται μεγαλύτερο μέρος του αναπτυξιακού οφέλους.
Εξίσου σημαντικός είναι και ο τρόπος χρηματοδότησης. Η έκθεση θεωρεί προτιμότερη την ανακατανομή υφιστάμενων δαπανών έναντι της αύξησης της φορολογίας, καθώς η επιβάρυνση κυρίως της εργασίας μειώνει την απασχόληση, περιορίζει την ανάπτυξη και μπορεί να εξανεμίσει μεγάλο μέρος του δημοσιονομικού οφέλους.