Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ο ΟΟΣΑ αποκαλύπτει τον Γολγοθά των νέων στην Ελλάδα

Τι αποκαλύπτει έκθεση του Οργανισμού για τις δυνατότητες ανέλιξης των νέων. Η πρόοδος και η απόσταση που πρέπει να διανύσει η χώρα. Πως συνδέονται οι πολιτικές εκπαίδευσης, κατάρτισης, απασχόλησης, στέγασης και στήριξης της οικογένειας.

Ο ΟΟΣΑ αποκαλύπτει τον Γολγοθά των νέων στην Ελλάδα
Εικόνα με χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ generated image)

Μια αποκαρδιωτική εικόνα για την ζωή των νέων Ελλήνων με βασικό χαρακτηριστικό την ανισότητα στις ευκαιρίες σε σχέση με τους νέους των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αυτών του ΟΟΣΑ, αποκαλύπτει έκθεση του Οργανισμού.

Η εικόνα που περιγράφει ο ΟΟΣΑ για τους νέους στην Ελλάδα είναι αυτή μιας γενιάς που έχει κάνει βήματα προόδου, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται σε σαφώς δυσκολότερη θέση από τους συνομηλίκους της στις περισσότερες χώρες μέλη του.

Η απασχόληση των νέων έχει βελτιωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Η ανεργία έχει υποχωρήσει. Η συμμετοχή στην αγορά εργασίας έχει ενισχυθεί. Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν ένας νέος θα βρει δουλειά. Είναι τι δουλειά θα βρει. Με τι μισθό. Με τι διάρκεια. Και αν ο μισθός αυτός αρκεί για να ζήσει μόνος του.

Το χαμηλό εισόδημα παραμένει ένας από τους βασικούς περιορισμούς για την οικονομική ανεξαρτησία των νέων. Οι μισθοί τους παραμένουν χαμηλότεροι από εκείνους που καταγράφονται στις περισσότερες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

Η εικόνα συνδέεται με τη γενικότερη διαδικασία οικονομικής και μισθολογικής σύγκλισης που ακολούθησε τη μακρά ελληνική κρίση. Η αγορά εργασίας έχει ανακάμψει, αλλά οι αμοιβές δεν έχουν προσεγγίσει ακόμη τα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών. Έτσι, η σύγκριση πλέον, δεν γίνεται μόνο μεταξύ των μισθών του 2009, το 2015 και του 2020, αλλά μεταξύ αυτών που λαμβάνουν σήμερα, οι συνομήλικοί τους σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Γερμανία, η Μ. Βρετανία κ.λπ.

Αναλυτικά, το ποσοστό απασχόλησης των νέων (για την ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών) αυξήθηκε από το 26% του 2013 στο 36% για το 2025, ενώ η ανεργία μειώθηκε από το 48,7% το 2013 σε 16,5% το 2025. Ωστόσο, η απασχόληση των νέων στην Ελλάδα παραμένει πολύ κάτω από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ και της ΕΕ (55% και 50% αντίστοιχα το 2025), γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα στη δεύτερη χαμηλότερη θέση στην κατάταξη του ΟΟΣΑ, μετά την Ιταλία.

 

 

Η χώρα μας εμφανίζει και ένα ακόμη παράδοξο. Η μερική απασχόληση των νέων είναι σχετικά περιορισμένη. Μόλις 12% των νέων εργαζομένων εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Το ποσοστό αυτό είναι περίπου το μισό του μέσου όρου της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

Παρ’ όλα αυτά, όσοι εργάζονται «μερικώς» δεν το κάνουν πάντα επειδή το επιλέγουν. Η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ακούσιας μερικής απασχόλησης μεταξύ των νέων. Σχεδόν οι μισοί νέοι που εργάζονται part-time δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν να εργάζονται πλήρως.

Αυτό δείχνει το βαθύτερο πρόβλημα. Η χαμηλή απασχόληση δεν σημαίνει απλώς λιγότερες ώρες εργασίας. Σημαίνει χαμηλότερο εισόδημα. Σημαίνει περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης. Σημαίνει δυσκολότερη πρόσβαση σε κατοικία. Και τελικά σημαίνει καθυστέρηση στην ανεξαρτητοποίηση.

Νέο μίγμα

Η αγορά εργασίας των νέων έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία 15 χρόνια. Η απασχόληση έχει μετακινηθεί από τις κατασκευές και άλλους κλάδους προς το εμπόριο, τις μεταφορές και κυρίως την εστίαση και τη φιλοξενία. Το 2023, οι τρεις αυτοί χώροι αντιπροσώπευαν συνολικά το 55% της απασχόλησης των νέων στην Ελλάδα. Στον μέσο όρο της ΕΕ και του ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 37%.

Η εξάρτηση από τον τουρισμό έχει συνέπειες. Η ελληνική αγορά εργασίας για τους νέους έχει έντονα εποχικό χαρακτήρα. Πολλές θέσεις δημιουργούνται τους μήνες της τουριστικής περιόδου. Αυτό μπορεί να μειώνει την ανεργία για ένα διάστημα. Δεν δημιουργεί όμως πάντα σταθερές επαγγελματικές διαδρομές. Για έναν νέο εργαζόμενο, η εποχικότητα σημαίνει συχνά εισόδημα που μεταβάλλεται μέσα στη χρονιά. Σημαίνει περιόδους εργασίας και περιόδους ανεργίας. Και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τον μακροπρόθεσμο οικονομικό προγραμματισμό.

Την ίδια στιγμή, η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία παραμένει δύσκολη. Ένα βασικό πρόβλημα είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στις δεξιότητες που προσφέρουν οι νέοι πτυχιούχοι και σε εκείνες που ζητά η αγορά εργασίας. Οι νέοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλές επιδόσεις σε διεθνείς αξιολογήσεις δεξιοτήτων, όπως το PISA και το PIAAC.

Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελεί η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Η χώρα αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια ζητήματα ελκυστικότητας, ποιότητας και σύνδεσης της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης με την αγορά εργασίας.

Σημαντικό κενό υπάρχει και στον επαγγελματικό προσανατολισμό. Το 2022, λιγότεροι από τους μισούς 15χρονους στην Ελλάδα φοιτούσαν σε σχολεία που προσέφεραν επαγγελματικό προσανατολισμό. Στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 82%. Και η σύνδεση της εκπαίδευσης με την εργασία παραμένει αδύναμη. Μόλις 4% των νέων στην Ελλάδα συνδυάζουν εκπαίδευση και εργασία. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 14%.

Χαμηλότεροι μισθοί

Ακόμα και όταν βρουν δουλειά, οι νέοι εργαζόμενοι στην Ελλάδα έχουν τους χαμηλότερους μισθούς σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ. Ειδικότερα, οι κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα κερδίζουν, κατά μέσο όρο, 40% λιγότερα από τους νέους σε άλλες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, με όρους αγοραστικής δύναμης.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν προστεθεί και η στεγαστική κρίση με τους νέους στη χώρα μας να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία. Η κατάσταση είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Η κρίση άφησε βαθύ αποτύπωμα στην αγορά κατοικίας. Τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλά σε σχέση με το κόστος στέγασης. Και ο τουρισμός ασκεί έντονες πιέσεις στις περιοχές υψηλής ζήτησης.

Έτσι, για έναν νέο με χαμηλό ή ασταθές εισόδημα, το υψηλό ενοίκιο δεν είναι απλώς ένα ακόμη έξοδο. Είναι εμπόδιο στην αυτονόμηση. Η δυνατότητα να νοικιάσει ένα σπίτι εξαρτάται από το αν μπορεί να καλύψει όχι μόνο το μηνιαίο μίσθωμα και την εγγύηση, αλλά επίσης τους λογαριασμούς και τις καθημερινές δαπάνες.

Όταν ο μισθός είναι χαμηλός και η εργασία ασταθής, η εξίσωση γίνεται δύσκολη. Έτσι εξηγείται σε μεγάλο βαθμό γιατί η στεγαστική κρίση και η κρίση της αγοράς εργασίας αλληλοτροφοδοτούνται.

 

 

Ο νέος που δεν μπορεί να εξασφαλίσει σταθερό εισόδημα δυσκολεύεται να νοικιάσει και να ανεξαρτητοποιηθεί. Και όταν η εργασία βρίσκεται κυρίως σε συγκεκριμένες τουριστικές ή αστικές περιοχές, η γεωγραφική κινητικότητα γίνεται επίσης ακριβότερη.

Κατά μέσο όρο, ένας νέος στην Ελλάδα ηλικίας 18-29 ετών δαπανά πάνω από το 60% του εισοδήματός του για τη στέγαση, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η πρόκληση είναι ακόμη πιο έντονη στις αστικές περιοχές, όπου σχεδόν 8 στους 10 νέους Έλληνες δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για το κόστος στέγασης και, ως εκ τούτου, θεωρούνται ότι αντιμετωπίζουν υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος στέγασης.

Δεν είναι από επιλογή δηλαδή, αλλά από ανάγκη, η παραμονή των νέων στο παιδικό τους δωμάτιο, έως την ηλικία των 30 ετών…

Ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα είναι ο αριθμός των νέων που βρίσκονται εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΝΕΕΤ΄s). Το ποσοστό NEET για τους 15-29 ετών φτάνει το 15,6%. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 12,9%. Το ελληνικό ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι 9%.

Η Ελλάδα εμφανίζει εδώ και μια ακόμη ιδιαιτερότητα. Σε αντίθεση με την τάση που καταγράφεται στον ΟΟΣΑ, οι νέοι με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι NEET από εκείνους με χαμηλότερη εκπαίδευση. Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει το πρόβλημα της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων. Ένα πτυχίο δεν εγγυάται πλέον ομαλή είσοδο στην αγορά εργασίας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιχειρηματικότητα αποτελεί μια διαφορετική διέξοδο. Στην Ελλάδα υπάρχει σχετικά υψηλό ποσοστό νέων που είναι επιχειρηματίες ή αυτοαπασχολούμενοι. Ομως ένα ποσοστό μεγαλύτερο από τον μέσο όρο δηλώνει ότι ξεκίνησε επιχείρηση επειδή δεν μπορούσε να βρει δουλειά.

Ετσι, η έκθεση του ΟΟΣΑ αποτυπώνει έναν φαύλο κύκλο. Οι νέοι έχουν βελτιώσει τη θέση τους στην αγορά εργασίας. Όμως η βελτίωση ξεκινά από χαμηλότερη βάση. Οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, ενώ οι θέσεις εργασίας είναι συχνά προσωρινές ή εποχικές. Η ακούσια μερική απασχόληση είναι υψηλή. Η ανεργία παραμένει πάνω από τα επίπεδα των περισσότερων χωρών του ΟΟΣΑ. Και η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία είναι αργή. Κι όταν αυτή γίνεται, τα ενοίκια είναι υψηλά σε σχέση με τα διαθέσιμα εισοδήματα.

Η προσφορά οικονομικά προσιτής κατοικίας είναι περιορισμένη. Οι πιέσεις του τουρισμού επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις περιοχές υψηλής ζήτησης. Ο συνδυασμός χαμηλού μισθού και υψηλού ενοικίου κάνει την έξοδο από το πατρικό σπίτι δύσκολη. Και η λύση βρίσκεται με την παραμονή των νέων με τους γονείς τους. Κι η καθυστέρηση της στεγαστικής ανεξαρτησίας μεταφέρεται στη συνέχεια στην οικογένεια και την τεκνοποίηση.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο