Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Έρευνα και καινοτομία: Τα €3,66 δισ. και τα επίμονα κενά της Ελλάδας

Η άνοδος των τεχνολογικών startups και οι αδύναμοι κρίκοι του ελληνικού οικοσυστήματος. Μόλις 10,3 αιτήσεις για πατέντες ανά εκατομμύριο κατοίκους, έναντι 152,2 στην ΕΕ. Στο 36,6% η αναντιστοιχία σπουδών και αγοράς εργασίας.

Έρευνα και καινοτομία: Τα €3,66 δισ. και τα επίμονα κενά της Ελλάδας

Αισθητά περισσότερους πόρους κατευθύνει τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα στην Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α), με τις συνολικές δαπάνες να έχουν φτάσει τα 3,66 δισ. ευρώ. Ωστόσο, παρά την πρόοδο, εξακολουθούν να υπάρχουν δυσλειτουργίες και διαρθρωτικά προβλήματα που εμποδίζουν το οικοσύστημα έρευνας και καινοτομίας να λειτουργήσει ως ένας ενιαίος «ζωντανός οργανισμός».

Περισσότεροι πόροι για Έρευνα και Ανάπτυξη

Σύμφωνα με τη νέα μελέτη της διαΝΕΟσις, η χαμηλή ένταση των δαπανών, τόσο συνολικά όσο και στον τομέα των επιχειρήσεων, αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα για τη δραστηριότητα Ε&Α. Παρ’ όλα αυτά, από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 καταγράφεται πρόοδος, η οποία συνεχίζεται και κατά την τελευταία πενταετία.

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, οι συνολικές δαπάνες Ε&Α έφτασαν το 2024 τα 3,66 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 1,54% του ΑΕΠ, από 2,34 δισ. ευρώ ή 1,26% του ΑΕΠ το 2019. Η εξέλιξη αυτή ανέβασε την Ελλάδα από τη 16η στη 13η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις επιχειρήσεις, οι δαπάνες Ε&Α έφτασαν τα 2 δισ. ευρώ το 2024, αυξημένες κατά 900 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2019, όταν διαμορφώνονταν στα 1,08 δισ. ευρώ. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, αυξήθηκαν στο 0,85% από 0,58% το 2019, με την Ελλάδα να ανεβαίνει στη 16η θέση της ΕΕ-27 από τη 19η. Παράλληλα, ο αριθμός των ερευνητών που απασχολούνται στις επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά περίπου 70% την περίοδο 2019-2023, από 10.286 σε 17.020.

Πρόοδος καταγράφεται και στον δημόσιο τομέα, δηλαδή στις δαπάνες που αφορούν την ερευνητική δραστηριότητα των πανεπιστημίων και των δημόσιων ερευνητικών κέντρων. Το 2024 οι σχετικές δαπάνες αντιστοιχούσαν στο 0,69% του ΑΕΠ, πολύ κοντά στο 0,72% της ΕΕ-27, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την 9η θέση, από την 11η και 0,67% του ΑΕΠ το 2019.

Γενικότερα, η δημόσια χρηματοδότηση για Ε&Α έχει ενισχυθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Από το 2017 έως το 2021 οι σχετικές πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού σχεδόν διπλασιάστηκαν, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη σημαντική αύξηση των πόρων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) για συγκεκριμένα ερευνητικά έργα. Ταυτόχρονα, σταθερά αυξάνεται από το 2014 και η θεσμική χρηματοδότηση των δημόσιων φορέων μέσω του τακτικού προϋπολογισμού.

Οι θεσμικές παρεμβάσεις και η δυναμική των startups

Η μελέτη επισημαίνει παράλληλα μια σειρά θεσμικών παρεμβάσεων που έχουν ενισχύσει το οικοσύστημα έρευνας και καινοτομίας τα τελευταία χρόνια. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ), που χρηματοδοτεί την ερευνητική δραστηριότητα στη χώρα, καθώς και η δράση «Ερευνώ-Καινοτομώ», η οποία υποστηρίζει τη συνεργασία επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων.

Συγχρόνως, έχουν θεσπιστεί φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε νεοφυείς επιχειρήσεις, με έκπτωση φόρου έως και 50% για επενδύσεις «επιχειρηματικών αγγέλων» (business angels), καθώς και ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση των stock options προς εργαζομένους. Στη θετική εικόνα προστίθεται και η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας, με τη δημιουργία Κέντρων Αριστείας στην Ελλάδα από πολυεθνικές επιχειρήσεις.

Η πρόοδος αποτυπώνεται και στην πορεία του ελληνικού οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων. Από το 2017 ιδρύονται στη χώρα περισσότερες επιχειρήσεις από όσες κλείνουν, ενώ το ποσοστό των εγχειρημάτων υψηλής ή μέτριας τεχνολογικής έντασης αυξήθηκε στο 7,6% το 2023, από 4,4% το 2019. Επιπλέον, το ποσοστό των εγχειρημάτων που δημιουργούν έξι ή περισσότερες θέσεις εργασίας ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας τους έφτασε το 17% το 2023, έξι ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από το 2019.

Τα κενά που εξακολουθούν να επιμένουν

Η θετική αυτή πορεία, ωστόσο, δεν αναιρεί τις αδυναμίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το ελληνικό σύστημα έρευνας και καινοτομίας. Ένα από τα βασικά εμπόδια παραμένει η γραφειοκρατία, ιδιαίτερα στους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ).

Επίσης, η Ελλάδα υστερεί στις αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Ο αριθμός των ελληνικών αιτήσεων ανά εκατομμύριο κατοίκους στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνιών είναι 15 φορές χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με 10,3 αιτήσεις έναντι 152,2 στην ΕΕ.

Αδυναμίες εντοπίζονται και στις δημόσιες προμήθειες για καινοτομία. Στην τελευταία αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2024, η Ελλάδα κατατάχθηκε 16η μεταξύ 30 ευρωπαϊκών χωρών. Παρότι η βαθμολογία της βελτιώθηκε σε σχέση με το 2020, η χώρα έχασε μία θέση στην κατάταξη, καθώς άλλες χώρες κινήθηκαν ταχύτερα.

Το χάσμα έρευνας και επιχειρήσεων

Ένα ακόμη αδύναμο σημείο αφορά τη διασύνδεση των επιμέρους μερών του συστήματος. Το ερευνητικό σύστημα παραμένει κατακερματισμένο, με περιορισμένες συνέργειες μεταξύ πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, ενώ μεγάλη παραμένει η απόσταση μεταξύ έρευνας και επιχειρήσεων. Η Ελλάδα κατατάσσεται 106η μεταξύ 133 χωρών ως προς τη συνεργασία επιχειρήσεων και πανεπιστημίων για δραστηριότητες Ε&Α, σύμφωνα με τον Global Innovation Index 2024, ενώ περιορισμένη παραμένει και η χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής και δημόσιας έρευνας από τις επιχειρήσεις.

Αδύναμες είναι και οι συνεργασίες μεταξύ των ίδιων των επιχειρήσεων, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην 118η θέση μεταξύ 133 χωρών ως προς τη δημιουργία επιχειρηματικών clusters. Οι αδυναμίες αυτές αποτυπώνονται και στην εξωστρέφεια: οι ελληνικές επιχειρήσεις εξάγουν συγκριτικά λίγα καινοτόμα προϊόντα, ενώ οι εξαγωγές μέσης και υψηλής τεχνολογίας αντιστοιχούσαν το 2023 μόλις στο 24% των συνολικών εξαγωγών, έναντι 62% κατά μέσο όρο στην ΕΕ.

Η απόσταση από τις ευρωπαϊκές επιδόσεις είναι εμφανής και στον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων. Παρότι η επίδοση της Ελλάδας στον σχετικό δείκτη DESI βελτιώθηκε από 16,6 το 2017 σε 26,6 το 2022, παρέμεινε αισθητά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 36,1 το 2022, από 21,8 το 2017.

Το κενό στις δεξιότητες

Το παζλ των αδυναμιών συμπληρώνεται από τα κενά στην εκπαίδευση και τις δεξιότητες, με τα στοιχεία να αναδεικνύουν τόσο την αναντιστοιχία μεταξύ σπουδών και αγοράς εργασίας όσο και την περιορισμένη συμμετοχή στη διά βίου μάθηση. Ειδικότερα, το 36,6% των νέων αποφοίτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης ηλικίας 25-34 ετών απασχολείται σε θέσεις που δεν απαιτούν προσόντα ανώτατης εκπαίδευσης, ποσοστό που είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 23%.

Η αναντιστοιχία αποτυπώνεται και από την πλευρά των επιχειρήσεων. Το 36% των βιομηχανικών επιχειρήσεων αντιμετώπιζε δυσκολίες στην κάλυψη κενών θέσεων εργασίας, ενώ το 46% αυτών ανέφερε ως αιτία την έλλειψη των απαιτούμενων γνώσεων και δεξιοτήτων από το διαθέσιμο προσωπικό.

Τέλος, μόλις το 4,4% του πληθυσμού ηλικίας 25-64 ετών συμμετέχει σε προγράμματα διά βίου μάθησης, έναντι 13,3% στην ΕΕ. Περιορισμένη παραμένει και η επένδυση των επιχειρήσεων στην κατάρτιση των εργαζομένων τους: μόλις το 13% των ελληνικών επιχειρήσεων παρέχει εκπαίδευση για την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων, έναντι 22% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο