Την έκταση του προβλήματος με τους μετρητές, για τους οποίους ουδείς γνωρίζει πραγματικά πόσες ακριβώς κιλοβατώρες «καίνε» και ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό, καθώς δουλεύουν ανεξέλεγκτα, αναδεικνύει η διαπίστωση από τον ΔΕΔΔΗΕ ότι αγνοείται η κατανάλωση 75.000 ρολογιών.
Στην ουσία πρόκειται για παροχές για τις οποίες έχει να γίνει πραγματική καταμέτρηση για περισσότερο από ένα χρόνο, χωρίς οι υπηρεσίες του Διαχειριστή να γνωρίζουν το ρεύμα που έχει καταναλωθεί και κυρίως ποιος επωμίζεται το κόστος, με το μέγεθος του προβλήματος να παραπέμπει ευθέως σε κυκλώματα ρευματοκλοπών.
Την κλίμακα του φαινομένου που έχει προφανώς επίπτωση στην τσέπη όλων των συνεπών καταναλωτών έκανε γνωστή εισήγηση του ΔΕΔΔΗΕ προς τη ΡΑΑΕΥ για τη διαχείριση των «χρονίως ακαταμέτρητων παροχών», όπως αποκαλούνται, κατηγορία στην οποία ανήκει, σύμφωνα με τον ίδιο, ποσοστό ίσο με το 1% του συνόλου των περίπου 7,5 εκατομμυρίων μετρητών πανελλαδικά.
Στις συγκεκριμένες παροχές λαμβάνεται υπόψη μια γενική εκτίμηση για την κατανάλωσή τους, χωρίς δυνατότητα επιβεβαίωσης των πραγματικών ποσοτήτων ρεύματος που έχουν χρησιμοποιηθεί, καθώς, όπως σημειώνει ο ΔΕΔΔΗΕ, «παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες δεν έχει καταστεί δυνατή η λήψη πραγματικής ένδειξης μέσω επιτόπιας συλλογής, λόγω αδυναμίας πρόσβασης στον μετρητή με υπαιτιότητα του χρήστη».
Συνοψίζοντας, το κόστος της πραγματικής κατανάλωσης των 75.000 αυτών ρολογιών το επωμίζονται εδώ και χρόνια όλοι οι υπόλοιποι, με τον ΔΕΔΔΗΕ να αποφασίζει να λάβει μέτρα, αυστηροποιώντας τη διαδικασία για την πρόσβαση σε αυτούς τους μετρητές και προβαίνοντας σε μαζικές αποκοπές.
Επέκταση του μέτρου σε 10.000 ρολόγια
Βάσει ενός πιλοτικού σχεδίου που εφαρμόζεται ήδη σε Περιστέρι και Ελευσίνα, έως τις 29 Σεπτεμβρίου, τα συνεργεία του είχαν κόψει το ρεύμα σε 366 περιπτώσεις, ενώ σε άλλες 351 είχαν προβεί σε αντικατάσταση των συμβατικών μετρητών με έξυπνους.
Απόδειξη ότι δεν είναι και τόσο «αθώα» τα εμπόδια που συναντούν τα συνεργεία στην προσπάθεια να κάνουν καταμέτρηση είναι ότι από το σύνολο των 366 παροχών όπου κόπηκε το ρεύμα, μόλις 20 χρήστες έκαναν επανασύνδεση.
Τώρα, το μέτρο πρόκειται να επεκταθεί σε 10.000 επιπλέον ρολόγια εμπορικών, βιομηχανικών και αγροτικών παροχών σε περιοχές όπως η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Καλλιθέα, τα Μεσόγεια, η Κηφισιά, η Ελευσίνα και το Περιστέρι.
Πότε μια παροχή θα θεωρείται «χρονίως ακαταμέτρητη»
Το σχέδιο ορίζει ότι «χρονίως ακαταμέτρητη» θα θεωρείται μια παροχή όταν για πάνω από 12 μήνες δεν έχει καταστεί δυνατή η λήψη πραγματικής ένδειξης, με ευθύνη του χρήστη.
Στο ερώτημα πώς θα μπορεί ο καταναλωτής να αποφύγει αυτή την εξέλιξη, η απάντηση είναι μέσω μιας διαδικασίας ειδοποιήσεων (SMS, email, ενημέρωση του παρόχου του καταναλωτή κ.λπ.), για να εξασφαλίσει στο συνεργείο πρόσβαση στον μετρητή.
Αν και στις δύο επόμενες προγραμματισμένες επισκέψεις το συνεργείο συνεχίζει να μην μπορεί να καταγράψει την κατανάλωση —γεγονός που θα πρέπει να τεκμηριώνεται με φωτογραφίες και καταγραφή γεωγραφικών συντεταγμένων—, θα τοποθετεί πορτοκαλί ενημερωτικό έντυπο στην είσοδο του ακινήτου.
Επί της ουσίας, η δεύτερη ειδοποίηση θα αποτελεί και την τελική προειδοποίηση ότι, αν ο ΔΕΔΔΗΕ δεν αποκτήσει πρόσβαση στο ρολόι, τότε στην επόμενη επίσκεψη κόβει το ρεύμα.
Τι ισχύει με τους εκκαθαριστικούς λογαριασμούς
Στο έτερο ερώτημα πώς οι πάροχοι, χωρίς να έχουν πραγματικές ενδείξεις κατανάλωσης, θα μπορούν να εκδίδουν εκκαθαριστικούς λογαριασμούς για τα «χρονίως ακαταμέτρητα ρολόγια», η απάντηση είναι με την αξιοποίηση των ιστορικών δεδομένων της παροχής.
Και αν δεν υπάρχει ούτε επαρκές ιστορικό, τότε θα χρησιμοποιούνται τα στατιστικά στοιχεία για μια τυπική κατανάλωση ανά κατηγορία παροχής, κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται ήδη για την έκδοση των εκτιμώμενων λογαριασμών.
Το θέμα δεν αφορά μόνο το ποιος πληρώνει τόσα χρόνια την πραγματική κατανάλωση ενέργειας όλων αυτών των ρολογιών, αλλά και το ποιος επωμίζεται τις αντίστοιχες ρυθμιζόμενες χρεώσεις που βεβαιώνονται στους προμηθευτές.
Από τις χρεώσεις δικτύου και συστήματος μέχρι τα ΥΚΩ και το ΕΤΜΕΑΡ, όπως και με την ενέργεια, όλα αυτά τα ποσά καταλήγουν να τα πληρώνουν οι συνεπείς πελάτες των παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας.