Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ωφελεί ή βλάπτει το νομοσχέδιο για τα ΣΔΙΤ;

Διχασμένη εμφανίζεται η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) στη διατύπωση γνώμης για το περιεχόμενο του νομοσχεδίου για τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Περιθώρια βελτίωσης του νομοσχεδίου ”βλέπει” η πρώτη άποψη, ενώ η δεύτερη άποψη εμπεριέχει σαφείς ενστάσεις. Οι λεπτομέρειες.

Ωφελεί ή βλάπτει το νομοσχέδιο για τα ΣΔΙΤ;
της Ελενας Λάσκαρη

Διχασμένη εμφανίζεται η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στη διατύπωση γνώμης για το περιεχόμενο του νομοσχεδίου για τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.

Διατύπωσε δύο απόψεις, την Ά Άποψη και τη Β’ Αποψη, όπως τις αναφέρει χαρακτηριστικά οι οποίες απέχουν παρασάγγες μεταξύ τους.

Στην μεν πρώτη το περιεχόμενο του σχεδίου νόμου κρίνεται θετικό και αναφέρεται ότι ”οι συμπράξεις ιδιωτικού και δημοσίου τομέα είναι ένα είδος συμβάσεων που έχει ήδη αναπτυχθεί σε πολλές χώρες της Ευρώπης και μπορεί να αποτελέσει μοχλό για την ανάπτυξη της χώρας καθώς θα δημιουργήσει τη δυνατότητα χρηματοδότησης και αποτελεσματικής διαχείρισης σημαντικών έργων –ιδιαίτερα στην περιφέρεια- με επωφελείς επιπτώσεις για τις υποδομές και την ποιότητα ζωής”.

Και στην πρώτη άποψη πάντως υπογραμμίζεται ότι το νομοσχέδιο έχει ”ορισμένα περιθώρια βελτιώσεων ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διαφάνεια των ανταγωνιστικών διαδικασιών”.

Η δεύτερη άποψη της ΟΚΕ εμπεριέχει σαφείς ενστάσεις οι οποίες κωδικοποιούνται στα παρακάτω:

* Με το σχέδιο νόμου υποκαθίσταται η νομοθετική διαδικασία με μία Διυπουργική Επιτροπή η οποία έχει τη δυνατότητα – χωρίς καμία δέσμευση από την ισχύουσα νομοθεσία – να αλλάζει ακόμα και αυτούς τους ελάχιστους όρους και κανόνες που το ίδιο το σχ/ν θέτει (π.χ., οικονομικό όριο, ανάληψη ουσιώδους μέρους των κινδύνων από τους Ιδιωτικούς Φορείς κλπ).

Ταυτόχρονα επιτρέπεται η θέσπιση διαφορετικών όρων διαγωνισμού κατά περίπτωση-σύμπραξη, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα διαφάνειας των διαδικασιών ανάθεσης και δεν διασφαλίζει την αποτελεσματικότερη υλοποίηση και διαχείριση των έργων και υπηρεσιών ούτε την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.

* Στον τομέα των έργων, επέρχεται πλήρης απορύθμιση καθώς δημιουργείται ένα πλαίσιο ανάληψης και εκτέλεσης έργων δημοσίων σκοπού στα οποία δεν εφαρμόζεται η νομοθεσία περί δημοσίων έργων και μελετών (η οποία μάλιστα πρόσφατα αναδιαμορφώθηκε) με όλες τις εγγυήσεις διαφάνειας και ελέγχου της ποιότητας των έργων που αυτή περιλαμβάνει.

Με το δημιουργούμενο σχήμα, θα μπορούν να εκτελεσθούν ”δημόσια” έργα – από τα πιο μικρά ως τα πιο μεγάλα – στα οποία αντί να ακολουθείται το αυστηρό δεσμευτικό θεσμικό πλαίσιο για τα δημόσια έργα θα εφαρμόζεται μόνο η ατελής νομοθεσία περί ιδιωτικών έργων, της οποίας οι αδυναμίες είναι γνωστές.

Και όλα αυτά χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο, χωρίς έλεγχο των συμβάσεων μεγάλου αντικειμένου από το Ελεγκτικό Συνέδριο και με μόνο αρμόδιο όργανο έγκρισης μία νέο-συνιστώμενη υπηρεσία που δεν έχει στη διάθεσή της κανένα ουσιαστικό νομοθετικό πλαίσιο που να την καθοδηγεί ως προς την ακολουθητέα τακτική.

* Στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, ο προβληματισμός γίνεται ακόμη πιο έντονος καθώς από τη μια δεν υπάρχει η εμπειρία που υπάρχει στα δημόσια έργα και από την άλλη υπάρχει ο κίνδυνος ανάθεσης υπηρεσιών που ανήκουν στη λειτουργία του Κράτους σε ιδιωτικούς φορείς. Η διάταξη που αναφέρει ενδεικτικά το ποιες λειτουργίες εξαιρούνται είναι διατυπωμένη κατά τρόπο που αυξάνει παρά μειώνει τις ανησυχίες για το τι είδους λειτουργίες του δημοσίου μπορεί να ανατεθούν σε ιδιωτικούς φορείς.

Είναι προφανές ότι η παραχώρηση π.χ. των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας (υγεία, παιδεία, υπηρεσίες σε άτομα με ειδικές ανάγκες, στην τρίτη ηλικία, περιθωριακές ομάδες κλπ) στην ουσία ακυρώνουν την έννοια της κοινωνικής παροχής αφού παρέχονται με χρέωση των πολιτών που κάνουν χρήση αυτών των υπηρεσιών, αναιρώντας την ίδια την ουσία της κοινωνικής πολιτικής.

* Προβλέπεται η εκχώρηση της άσκησης δημόσιας διοίκησης (επίβλεψη και παραλαβή έργων και υπηρεσιών) σε ιδιώτη που θα επιλέγεται με συνεργασία του δημόσιου και του ιδιωτικού φορέα της σύμπραξης, χωρίς να τίθενται από το σχ/ν προδιαγραφές για τους ιδιώτες που θα αντικαταστήσουν τη Δημόσια Διοίκηση, ούτε για τις ευθύνες και το τιμολόγιο αμοιβής τους.

Οι παραπάνω απόψεις διατύπωθηκαν από την Επιτροπή Εργασίας που συνέστησε η ΟΚΕ μετά την αποστολή του σχεδίου νόμου από τον υπουργό Οικονομίας.

Στην Επιτροπή μετείχαν οι κ.κ. Χαράλαμπος Κεφάλας, Μιχάλης Αλέπης, Στέφανος Λαιμός, Κωνσταντίνος Παπαντωνίου, Χρήστος Σπίρτζης και Γιάννης Σωτηρίου. Την επιστημονική στήριξη στην Επιτροπή Εργασίας παρείχαν οι εμπειρογνώμονες κ.κ. Βασίλης Μεγαπάνος και Γεώργιος Ρωμανιάς.

Τον επιστημονικό συντονισμό είχαν οι επιστημονικοί συνεργάτες της Ο.Κ.Ε. κα Μαρία Ιωαννίδου και ο Δρ Αθανάσιος Παπαϊωάννου.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο