Διευκρινίσεις για το πώς οι δημόσιες αρχές θα κρίνουν αν μια εταιρεία που έχει υποπέσει σε παραβάσεις μπορεί να συνεχίσει να συμμετέχει σε διαγωνισμούς για δημόσιες συμβάσεις εισάγει νέα εγκύκλιος του υπουργείου Ανάπτυξης.
Το έγγραφο παρέχει οδηγίες για τη σύνταξη αποφάσεων σχετικά με την επάρκεια ή μη των λεγόμενων «επανορθωτικών μέτρων», -σ.σ. πρόκειται για τη διαδικασία με την οποία ένας οικονομικός φορέας, μια επιχείρηση, επιχειρεί να αποκαταστήσει την αξιοπιστία μετά από παραβάσεις εργατικής νομοθεσίας ή πλημμελή εκτέλεση συμβάσεων.
Η εγκύκλιος, με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου που αναρτήθηκε στη Διαύγεια πριν από λίγες ώρες, απευθύνεται στις αναθέτουσες αρχές που διενεργούν δημόσιους διαγωνισμούς για προμήθειες και υπηρεσίες. Στόχος της είναι να αποσαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο συντάσσεται το σχέδιο απόφασης που κρίνει αν τα μέτρα που επικαλείται η εταιρεία επαρκούν ώστε να αρθούν οι λόγοι αποκλεισμού της από μια διαδικασία ανάθεσης σύμβασης.
Το θεσμικό πλαίσιο βασίζεται στο άρθρο 73 του νόμου 4412/2016 για τις δημόσιες συμβάσεις. Σύμφωνα με αυτό, μια εταιρεία μπορεί να αποκλειστεί από έναν διαγωνισμό αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι, όπως παραβιάσεις εργατικής ή ασφαλιστικής νομοθεσίας, σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα, προβλήματα στην εκτέλεση προηγούμενων συμβάσεων με το Δημόσιο, συμμετοχή σε πρακτικές που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό.
Προβλέπει, μάλιστα, ότι η περίοδος αποκλεισμού από δημόσιες συμβάσεις μπορεί να φθάνει τα τρία χρόνια από το περιστατικό που προκάλεσε τον αποκλεισμό. Ωστόσο, το ίδιο θεσμικό πλαίσιο δίνει και μια δεύτερη ευκαιρία στις επιχειρήσεις. Αν μια εταιρεία αποδείξει ότι έχει λάβει ουσιαστικά μέτρα για να διορθώσει τα προβλήματα, μπορεί να συνεχίσει να συμμετέχει σε διαγωνισμούς.
Για να γίνει αντιληπτό τι σημαίνει διόρθωση προβλημάτων και πώς δίνεται η δεύτερη ευκαιρία η εγκύκλιος παρουσιάζει δύο παραδείγματα που όπως αναφέρεται λειτουργούν ως οδηγός για τις υπηρεσίες, χωρίς να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα.
Το πρώτο παράδειγμα-σενάριο, αφορά σε διαγωνισμό για υπηρεσίες φύλαξης κτιριακών εγκαταστάσεων υπουργείου, εκτιμώμενης αξίας 550.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Στον διαγωνισμό συμμετέχει εταιρεία που δηλώνει στο ενιαίο ευρωπαϊκό έγγραφο σύμβασης ότι έχουν επιβληθεί σε βάρος της τρεις πράξεις επιβολής προστίμων για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας μέσα σε διάστημα δύο ετών.
Οι παραβάσεις περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων παραβίαση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης εργαζομένων, μη υποβολή στοιχείων για τροποποίηση ωραρίων εργασίας, μη καταγραφή στοιχείων ψηφιακής κάρτας εργασίας. Σε προηγούμενες συμβάσεις με τρεις αναθέτουσες αρχές είχαν επιβληθεί έξι ποινικές ρήτρες για πλημμελή εκτέλεση υποχρεώσεων, όπως ελλιπής στελέχωση θέσεων φύλαξης, απουσία προσωπικού και απασχόληση εργαζομένων χωρίς την απαιτούμενη άδεια.
Οι παραβάσεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν λόγους αποκλεισμού από διαγωνισμούς. Ωστόσο σύμφωνα με την εγκύκλιο, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να εξετάσει αν ο οικονομικός φορέας έχει λάβει συγκεκριμένα μέτρα για να αποτρέψει την επανάληψη των παραβάσεων. Τα μέτρα αυτά μπορεί να είναι σύσταση ειδικής μονάδας εσωτερικού ελέγχου για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, έκδοση δεσμευτικών εσωτερικών οδηγιών και μηχανισμών παρακολούθησης εφαρμογής τους και συνεργασία με εξωτερικούς λογιστικούς ή νομικούς συμβούλους.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά διαγωνισμό για προμήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών για το Δημόσιο, με προϋπολογισμό περίπου 2,55 εκατ. ευρώ. Στον διαγωνισμό συμμετέχει εταιρεία η οποία δηλώνει ότι εμπλέκεται σε υπόθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για συμμετοχή σε συμφωνίες που στρέβλωναν τον ανταγωνισμό. Η εταιρεία είχε αποδεχθεί τη διαδικασία διευθέτησης, αλλά το πρόστιμο που της επιβλήθηκε δεν είχε ακόμη εξοφληθεί. Σε αυτή την περίπτωση, τα μέτρα που παρουσίασε η εταιρεία κρίθηκαν ανεπαρκή, επειδή δεν είχε ολοκληρώσει τις βασικές υποχρεώσεις της, όπως η πληρωμή του προστίμου. Έτσι, μπορεί να αποκλειστεί από τη διαδικασία.
Ποιος και πώς όμως λαμβάνεται η τελική απόφαση; Με βάση την εγκύκλιο η επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού αξιολογεί τα στοιχεία και διατυπώνει κρίση για το αν τα επανορθωτικά μέτρα επαρκούν. Στη συνέχεια, η αναθέτουσα αρχή αποστέλλει σχέδιο απόφασης στη γνωμοδοτική επιτροπή του άρθρου 73 του νόμου 4412/2016, η οποία διατυπώνει σύμφωνη ή μη γνώμη πριν από την έκδοση της τελικής διοικητικής πράξης.