Σε μια οικονομία όπως η Ελλάδα, όπου η κατανάλωση και ο τουρισμός λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, μια κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες. Λιγότερους τουρίστες, άρα λιγότερο «τουριστικό» συνάλλαγμα, πιεσμένο εισόδημα, υψηλότερα μεταφορικά κόστη, υψηλότερες τιμές πρώτων υλών και τελικά ακριβότερο καλάθι στο σούπερ μάρκετ.
Αν και με τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν φαίνεται να έχει υπάρξει ανατιμητικό κύμα, πέρα από τη σύνηθες ροή ανατιμήσεων που δεν έχει διακοπεί (αυτό άλλωστε έδειξε και η αύξηση του πληθωρισμού κατά 3,6% τον Μάρτιο), τα τελευταία στοιχεία της NielsenIQ για το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων, δείχνουν μια αγορά που συνεχίζει να αναπτύσσεται. Αλλά αυτό εξαρτάται και από τη ροή τουριστικού χρήματος και την ανθεκτικότητα του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η πρώτη ανάγνωση των στοιχείων, για το πρώτο τρίμηνο, είναι καθησυχαστική. Οι πωλήσεις στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων αυξήθηκαν 7,8% μέχρι τα τέλη Μαρτίου, φτάνοντας τα 4,012 δισ. ευρώ, από 3,723 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα.
Η αγορά εξακολουθεί να στηρίζεται στα τρόφιμα και τα ποτά. Η συγκεκριμένη κατηγορία αντιστοιχεί στο 54,5% της συνολικής αξίας πωλήσεων και αυξήθηκε 7,4% στα 2,185 δις. ευρώ, ενώ τα φρέσκα και χύμα προϊόντα, που συνδέονται άμεσα με την καθημερινή κατανάλωση κατέγραψαν ακόμη υψηλότερη άνοδο, 10,2% ξεπερνώντας για πρώτη φορά το φράγμα του 1,03 δισ. ευρώ μέσα σε ένα μόλις τρίμηνο.
Η ανάπτυξη δεν είναι ομοιόμορφη, και, κυρίως, δεν είναι άσχετη με τη δυναμική των τουριστικών ροών και των τοπικών οικονομιών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο σε περίπτωση γεωπολιτικής κλιμάκωσης.
Αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρεάσει την ταξιδιωτική ψυχολογία των Ευρωπαίων, τότε η απώλεια δεν θα περιοριστεί στα ξενοδοχεία και στις αεροπορικές αφίξεις. Θα περάσει γρήγορα στην κατανάλωση, στα μικρά σημεία λιανικής, στις αλυσίδες εφοδιασμού και εν τέλει στα ταμεία των σούπερ μάρκετ.
Για πρώτη φορά εδώ και πέντε χρόνια, οι ταξιδιωτικές δαπάνες των Βρετανών υποχώρησαν κατά 3,3% τον Μάρτιο, σύμφωνα με τη Barclays. Ένα προειδοποιητικό σήμα για την ελληνική τουριστική «βιομηχανία» για την οποία οι Βρετανοί είναι βασικοί αιμοδότες. Πέρυσι ήρθαν 4,9 εκατομμύρια 7,6% περισσότεροι από το 2024.
Οι περιοχές με τη μεγαλύτερη έκθεση στον τουρισμό είναι εκείνες που εμφανίζουν και τη μεγαλύτερη δυναμική. Η Κρήτη καταγράφει αύξηση πωλήσεων 9,6%, τις υψηλότερες επιδόσεις μεταξύ των περιφερειών, ενώ και τα νησιά κινούνται στο +8,9%, πάνω από τον εθνικό μέσο όρο.
Η εικόνα αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά το γεγονός ότι στις περιοχές αυτές το τουριστικό ευρώ δεν καταλήγει μόνο στα ξενοδοχεία ή στην εστίαση, αλλά διαχέεται οριζόντια στην αγορά, ακόμη και σε περιόδους όπου κατά το παρελθόν ήταν εκτός τουριστικής περιόδου. Από την άλλη πλευρά, η Αττική παραμένει ο μεγαλύτερος πελάτης της αγοράς, με μερίδιο 43,7% και αύξηση πωλήσεων 7,5%.
Τα ίδια τα στοιχεία της Nielsen δείχνουν ήδη ότι η αγορά κινείται προς μια πιο αμυντική καταναλωτική συμπεριφορά. Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ενισχύουν περαιτέρω τη θέση τους, φτάνοντας το 24,6% της αξίας πωλήσεων σε ετήσια βάση, από 24,3% το 2025.
Πρόκειται για το μεγαλύτερο μερίδιο που έχει καταγραφεί σε βάθος οκταετίας δείχνοντας ότι το νοικοκυριό αναζητά φθηνότερες λύσεις, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τα επώνυμα. Ταυτόχρονα, η προωθητική ένταση έχει υποχωρήσει αισθητά στο σύνολο των FMCGs στο 33,9% έναντι 37,5% το 2025, ενώ στα επώνυμα προϊόντα βρίσκεται στο 40%, από 44,4% ένα χρόνο πριν.