Η Gen Z γυρίζει την πλάτη στο ελαιόλαδο

Τι σχέση έχει το ελαιόλαδο με τα cocktails, ποιες οι διεθνείς εκτιμήσεις κατανάλωσης, το πρόβλημα με την πρώτη ύλη, που ψάχνει η βιομηχανία τη νέα συνταγή ανάπτυξης και τι γράφει το κοντέρ της Ολυμπίας – Ξενία.

Η Gen Z γυρίζει την πλάτη στο ελαιόλαδο

Το ελαιόλαδο παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα προϊόντα της μεσογειακής διατροφής και συνδέεται όσο λίγα τρόφιμα με την υγεία, τη μακροζωία και την ελληνική παραγωγή. Ωστόσο, οι δημογραφικές εξελίξεις και οι μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες των νεότερων γενεών σε συνδυασμό με την κλιματική κρίση και την εγκατάλειψη της παραγωγής, δημιουργούν νέες προκλήσεις για έναν κλάδο που καλείται να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τους καταναλωτές.

Μπορεί λοιπόν το νούμερο ένα κριτήριο επιλογής ενός τροφίμου να παραμένει η γεύση, ωστόσο οι νεότερες γενιές, και ιδιαίτερα η Gen Z, εμφανίζονται, με βάση διεθνείς έρευνες, λιγότερο εξοικειωμένες με τις παραδοσιακές γεύσεις που χαρακτήρισαν τη διατροφή των προηγούμενων δεκαετιών. Σε συνδυασμό με τη γήρανση του πληθυσμού και την υπογεννητικότητα, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η κατανάλωση επιτραπέζιας ελιάς και ελαιολάδου θα μπορούσε να υποχωρήσει 3%-4% έως το 2030.

Οι παραγωγοί ελαιολάδου ήδη αναζητούν νέους δρόμους. Από βιολογικά και premium προϊόντα μέχρι νέες χρήσεις του ελαιολάδου στη γαστρονομία και τη μιξολογία, ο κλάδος προσπαθεί να επανασυστήσει το προϊόν σε ένα κοινό που αναζητά εμπειρίες, αυθεντικότητα και βιωσιμότητα.

Παραδείγματος χάριν στις ΗΠΑ το ελαιόλαδο έχει αρχίσει να αποκτά παρουσία στη μιξολογία. Η τεχνική του fat-washing, κατά την οποία λίπη και έλαια εγχέονται σε αποστάγματα για να μεταφέρουν αρώματα και υφή, χρησιμοποιείται πλέον από κορυφαία cocktail bars.

Πάντως παρά τις ανησυχίες για τις νεότερες γενιές, οι διεθνείς προοπτικές του κλάδου παραμένουν θετικές. Η παγκόσμια αγορά εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου αναμένεται να αγγίξει τα 19,8 δισ. δολάρια έως το 2031, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4,5%. Το 2024 η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου διαμορφώθηκε σε περίπου 2,56 εκατ. τόνους. Η Ισπανία παραμένει η μεγαλύτερη δύναμη του κλάδου, αντιπροσωπεύοντας περισσότερο από το 38% της παγκόσμιας παραγωγής. Η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στην Ευρώπη και την τέταρτη παγκοσμίως, με μερίδιο 7,4%.

ΞΕΝΙΑ: «Το όριό μας δεν είναι οι εγκαταστάσεις αλλά η πρώτη ύλη»

Με ισχυρή παρουσία έξι δεκαετιών στον κλάδο του ελαιολάδου και της επιτραπέζιας ελιάς, η Ολυμπία Ξένια (XENIA) επενδύει στην ενίσχυση της παραγωγικής της βάσης, στη διεύρυνση του δικτύου παραγωγών και στην περαιτέρω διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων της.

Σήμερα καταγράφει κύκλο εργασιών άνω των 27 εκατ. ευρώ, απασχολεί 85 εργαζομένους και διαθέτει παρουσία σε 33 χώρες. Παρά το γεγονός ότι οι εγκαταστάσεις της μπορούν να υποστηρίξουν σημαντικά μεγαλύτερους όγκους παραγωγής, η διοίκηση επισημαίνει ότι ο βασικός περιοριστικός παράγοντας δεν είναι οι υποδομές αλλά η διαθεσιμότητα πρώτης ύλης.

«Θέλουμε να μεγαλώσουμε όσο μας επιτρέπει η πρώτη ύλη», σημειώνουν στελέχη της εταιρείας. «Η ανάπτυξη περνά μέσα από τη διεύρυνση του δικτύου συνεργαζόμενων παραγωγών και την εξασφάλιση μεγαλύτερων ποσοτήτων ελαιολάδου και ελιάς».

Η ιστορία της XENIA ξεκινά το 1964, όταν ο Γεράσιμος Βασιλόπουλος λανσάρει το ομώνυμο brand. Το 1990 ιδρύεται η μονάδα τυποποίησης ελαιολάδου, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική αγορά μεταβαίνει από τη διακίνηση χύμα προϊόντων σε οργανωμένες διαδικασίες τυποποίησης και συσκευασίας. Το 2014 σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής με την ανάληψη της διοίκησης από τον Χρήστο Αναγνωστόπουλο. Η οικογένεια Βασιλόπουλου διατηρεί σήμερα ποσοστό 20% στο μετοχικό κεφάλαιο.

Η παραγωγική δυναμικότητα φτάνει τους 8.000 τόνους ελαιολάδου και τους 12.000 τόνους επιτραπέζιας ελιάς ετησίως. Σήμερα η εταιρεία παράγει περίπου 2.000 τόνους ελαιολάδου και 4.000 τόνους ελιάς. Κομβικής σημασίας για την εμπορική της ανάπτυξη είναι η πολυετής συνεργασία με την ΑΒ Βασιλόπουλος, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 20% του συνολικού κύκλου εργασιών.

Παράλληλα, η εταιρεία συνεργάζεται με τον όμιλο Ahold Delhaize, παράγοντας προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας για αγορές όπως το Βέλγιο, η Τσεχία, η Σερβία και η Ρουμανία, ενώ η εξαγωγική δραστηριότητα συνεισφέρει περίπου το 40% του συνολικού τζίρου.

Τα προϊόντα της διατίθενται σε 33 χώρες, μεταξύ των οποίων η Ιταλία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Αυστραλία. Στο πλαίσιο της στρατηγικής βιώσιμης ανάπτυξης, η διοίκηση υλοποιεί επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 2 εκατ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων, ενεργειακές παρεμβάσεις και αναβάθμιση των εγκαταστάσεων.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο