Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

ΑΤΕ: Πτώση 59,3% στα κέρδη του α΄ τριμήνου

Τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας της ATEbank κατά το πρώτο τρίμηνο του 2008 ανήλθαν σε 30,3 εκατ. ευρώ έναντι 74,6 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2007.

ΑΤΕ: Πτώση 59,3% στα κέρδη του α΄ τριμήνου
Τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας της ATEbank κατά το πρώτο τρίμηνο του 2008 ανήλθαν σε 30,3 εκατ. ευρώ έναντι 74,6 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2007 καταγράφοντας πτώση 59,3%.

Η διαφορά της κερδοφορίας του α΄ τριμήνου 2008 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2007, παρά τη θετική εξέλιξη των πιστωτικών τόκων και της συγκράτησης του λειτουργικού κόστους, οφείλεται τόσο στην τρέχουσα αρνητική συγκυρία στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου όσο και στα μη επαναλαμβανόμενα έσοδα που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το α΄ τρίμηνο του 2007.

Τα έσοδα τόκων χορηγήσεων ανήλθαν στο τέλος Μαρτίου 2008 σε 259,5 εκατ. ευρώ σημειώνοντας αύξηση 12,3% έναντι του α΄ τριμήνου του 2007, απόρροια της πιστωτικής επέκτασης της τράπεζας. Τα καθαρά έσοδα τόκων ανήλθαν σε 144,9 εκατ. ευρώ έναντι 157,9 εκατ. ευρώ  της 31ης Μαρτίου 2007, επηρεασμένα από:

- Τη σημαντική αύξηση των εξόδων τόκων λόγω της αλλαγής στη σύνθεση καταθέσεων προς τις υψηλού επιτοκίου προθεσμιακές καταθέσεις.
- Την πίεση στα περιθώρια επιτοκίων δανείων λόγω έντονου ανταγωνισμού.
- Τα χαμηλότερα σε σχέση με το α΄ τρίμηνο 2007 μέσα κεφάλαια διαθέσιμα για διαχείριση στη διατραπεζική αγορά.

Έτσι το καθαρό περιθώριο διαμορφώθηκε στις 31 Μαρτίου 2008 στο επίπεδο του 2,90%.

Τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες ανήλθαν στο επίπεδο των 15,1 εκατ. ευρώ  έναντι 20 εκατ. ευρώ  της αντίστοιχης περιόδου του προηγούμενου έτους, κατά την οποία είχαν πραγματοποιηθεί σημαντικά εποχικά έσοδα προμηθειών.

Επισημαίνεται ότι συγκεκριμένα μέτρα που έχουν ήδη δρομολογηθεί στο πλαίσιο της πολιτικής επέκτασης στην τραπεζική αγορά αναμένεται σταδιακά να έχουν θετική επίδραση στο επίπεδο αύξησης των καθαρών εσόδων τόκων και προμηθειών.

Τα λοιπά λειτουργικά έσοδα (εκτός τόκων και προμηθειών) το α΄ τρίμηνο του 2008 επηρεάστηκαν από την αρνητική συγκυρία στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου και διαμορφώθηκαν σε 15,4 εκατ. ευρώ έναντι 62,5 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2007. Η μείωση αυτή ήταν κυρίως συνέπεια των αποτιμήσεων του εμπορικού χαρτοφυλακίου, το οποίο κατέγραψε απώλειες 13 εκατ. ευρώ των αρνητικών συναλλαγματικών διαφορών ύψους 4,4 εκατ. ευρώ και της μη ύπαρξης αντίστοιχων με πέρυσι κερδών από πωλήσεις μετοχών του διαθέσιμου προς πώληση χαρτοφυλακίου, ύψους 11,4 εκατ. ευρώ. Η επίπτωση στα λοιπά λειτουργικά έσοδα των τριών αυτών στοιχείων ήταν 43%.

Η πολιτική συγκράτησης του κόστους που ακολουθεί η ΑΤΕbank τα τελευταία χρόνια συνεχίζει να αποφέρει θετικά αποτελέσματα, με τα έξοδα διαχείρισης να εμφανίζονται αυξημένα μόνο κατά 3,7% έναντι του α΄ τριμήνου του 2007, διαμορφούμενα σε 138,5 εκατ. ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα συνολικά έξοδα διαχείρισης θα ήταν ακόμα πιο συγκρατημένα εάν δεν είχε συμπεριληφθεί μη επαναλαμβανόμενο ποσό 3,5 εκατ. ευρώ. το οποίο αφορά σε διαγραφή απαίτησης της ΑΤΕ Ασφαλιστικής. Παρά την παραπάνω συγκράτηση του κόστους, ο δείκτης κόστους προς έσοδα παρουσίασε λόγω της περιορισμένης αύξησης των εσόδων συγκυριακή άνοδο στο 78,9% από 55,6% στις 31 Μαρτίου 2007.

Τα υπόλοιπα του χαρτοφυλακίου δανείων προ προβλέψεων στο τέλος Μαρτίου 2008 είναι αυξημένα κατά 9,2% σε σχέση με το τέλος Μαρτίου 2007, διαμορφούμενα σε 16,9 δισ. ευρώ. Εάν συμπεριληφθούν και οι διαγραφές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Απριλίου 2007 και Μαρτίου 2008, ύψους 455 εκατ. ευρώ, το χαρτοφυλάκιο δανείων παρουσιάζει αύξηση 12,1%.

Το χαρτοφυλάκιο δανείων μετά τις προβλέψεις ανήλθε σε 15,9 δισ. ευρώ, αυξημένο έναντι εκείνου στις 31 Μαρτίου 2007 κατά 12,7% (ή 15,7% εάν δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι διαγραφές).

Το χαρτοφυλάκιο δανείων προς τα νοικοκυριά συνέχισε να αυξάνεται με ρυθμούς υψηλότερους της αγοράς φτάνοντας το ύψος των 6,5 δισ. ευρώ έναντι 5,1 δισ. στο τέλος Μαρτίου του 2007, ήτοι αύξηση κατά 28,7%. Τα υπόλοιπα στο χαρτοφυλάκιο των στεγαστικών δανείων διατηρούν και με στοιχεία στις 31 Μαρτίου 2008 σταθερό ετήσιο ρυθμό αύξησης ποσοστού 25,4%, διαμορφούμενα σε 5,3 δισ. ευρώ. Τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν εντυπωσιακά για ένα ακόμα τρίμηνο, κατά 51,3% έναντι της 31ης Μαρτίου 2007, με τα υπόλοιπα να ανέρχονται στα 884,4 εκατ. ευρώ, ενώ και τα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών συνεχίζουν να αυξάνουν με επιταχυνόμενους ρυθμούς, κατά 32,2% και ανέρχονται σε 341,4 εκατ. ευρώ.  

Οι αυξημένοι ρυθμοί μεταβολής των δανείων προς ιδιώτες εν μέρει αντισταθμίστηκαν από τη μείωση των υπολοίπων των χορηγήσεων προς τον δημόσιο τομέα (-8,5%), η οποία χαρακτηρίζεται συγκυριακού χαρακτήρα.

Ενθαρρυντικές επιδόσεις επιτυγχάνονται και στον τομέα των ΜΜΕ ο οποίος αποτελεί στρατηγικό στόχο στον οποίο εστιάζει η τράπεζα τα επόμενα έτη. Τα υπόλοιπα προς ΜΜΕ αυξήθηκαν το α΄ τρίμηνο του έτους κατά 24,2% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2007 και έφτασαν στο 1,3 δισ. ευρώ. 

Ως συνέπεια των παραπάνω υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, το ποσοστό συμμετοχής των δανείων προς ιδιώτες και ΜΜΕ ως ποσοστό επί του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων αυξήθηκε περαιτέρω (σε 46,5% το α΄ τρίμηνο του 2008 από 39,6% το α΄ τρίμηνο του 2007), επιβεβαιώνοντας έμπρακτα την επιτυχημένη υλοποίηση της στρατηγικής της τράπεζας για διεύρυνση των δραστηριοτήτων και των μεριδίων της στον χώρο της λιανικής τραπεζικής.

Ο συνολικός δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνέχισε για ένα ακόμη τρίμηνο την καθοδική πορεία του, διαμορφούμενος στο 7,8% έναντι 10,3% τον Μάρτιο του 2007. Η συνεχής βελτίωση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου δανείων παρέχει τη δυνατότητα οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις να παραμένουν σε σταθερά επίπεδα, καθώς ανήλθαν σε 15,8 εκατ. ευρώ  έναντι 15 εκατ. την αντίστοιχη περίοδο του 2007, ενώ ο δείκτης κάλυψης με προβλέψεις παρά τις διαγραφές συνολικού ύψους 455 εκατ. ευρώ βρίσκεται στο ικανοποιητικά επαρκές επίπεδο του 75,3%.

Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 3,2% σε σχέση με την 31η Μαρτίου 2007, παραμένοντας άνω των 20 δισ. ευρώ, ενώ ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις ανέρχεται στο πολύ ικανοποιητικό επίπεδο του 84,2%. Ο χαμηλός λόγος των δανείων προς καταθέσεις, σε συνδυασμό με το σχετικά χαμηλό κόστος άντλησης καταθέσεων (2,10%) που απολαμβάνει η τράπεζα, αποτελεί ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε συνθήκες έλλειψης ρευστότητας.

Οι επιπτώσεις της χρηματοοικονομικής συγκυρίας αντανακλώνται στα επίπεδα των χρηματοοικονομικών δεικτών με την αποδοτικότητα του μέσου ενεργητικού (ROA) να βρίσκεται το α΄ τρίμηνο του 2008 στο 0,51% και την αποδοτικότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων (ROE) στο 8,82%.

Η ATEbank από την 1η Ιανουαρίου 2008 εφαρμόζει πλήρως τις διατάξεις της Βασιλείας ΙΙ. Βάσει των νέων κανόνων, ο δείκτης για τα εποπτικά κεφάλαια πρώτης διαβάθμισης (Tier Ι)  στις 31 Μαρτίου 2008 διαμορφώθηκε στο επαρκές επίπεδο του 8,21%.

Η κερδοφορία του α΄ τριμήνου του 2008 επηρεάστηκε εμφανώς από την αρνητική πορεία των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, ειδικά εάν συγκριθεί με την αντίστοιχη περίοδο του 2007 όπου η ΑΤΕbank είχε πραγματοποιήσει αρκετά μη επαναλαμβανόμενα έσοδα. Παρ' όλα αυτά, η εντυπωσιακή αύξηση των χορηγήσεων της λιανικής τραπεζικής, η συνεχιζόμενη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η ύπαρξη επαρκούς ρευστότητας και ο σταθερά χαμηλός λόγος δανείων προς καταθέσεις αποτελούν ενισχυτικά στοιχεία της προσπάθειας για περαιτέρω βελτίωση της κερδοφορίας και υλοποίησης των στόχων του επιχειρησιακού προγράμματος του ομίλου.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο