Με τον φακό του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ο γιος του Λεωνίδας, μιλά στο για τη φωτογραφική τέχνη του πατέρα του - Εκαίνια έκθεσης σήμερα, στο Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου.

  • Real.gr
Με τον φακό του Ανδρέα Εμπειρίκου
«Ο φωτογράφος Ανδρέας Εμπειρίκος», είναι ο τίτλος της έκθεσης, η οποία εγκαινιάζεται σήμερα Τετάρτη 4 Νοεμβρίου, στο Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου.

Η έκθεση επιδιώκει να παρουσιάσει το φωτογραφικό έργο του Εμπειρίκου, αλλά και να εξιστορήσει τη φιλία του με τον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο μέσα από σχέδια, έργα ζωγραφικής, ποιήματα και αρχειακό υλικό.

Γι' αυτή τη σχέση ζωής, όπως και για την ίδια τη φωτογραφική τέχνη του Ανδρέα Εμπειρίκου, μιλάει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο ο γιος του Λεωνίδας, ο οποίος θα λάβει μέρος σε συζήτηση στους χώρους του μουσείου, με θέμα «Ανδρέας Εμπειρίκος. Υπερρεαλισμός και φωτογραφία».

Στη συζήτηση θα λάβουν επίσης μέρος οι Δημήτρης Καλοκύρης, Σταύρος Πετσόπουλος και Δαμιανός Μωραΐτης.

ΕΡ: Πώς συνδέονται ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Γιώργος Γουναρόπουλος στην έκθεση που εγκαινιάζεται την Τετάρτη;

ΑΠ: Για να το δούμε αυτό, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου «1934. Προϊστορία ή καταγωγή», που δημοσιεύτηκε το 2014, αλλά περιλαμβάνει μια σειρά ποιημάτων γραμμένων το 1933 και κυρίως το 1934.

Τα ποιήματα χάθηκαν μετά τον πόλεμο, τα χειρόγραφά τους, όμως, βρέθηκαν το 2006 στις βαλίτσες της αποθήκης της γιαγιάς μου, μαζί με κάποια ποιήματα που είχε γράψει κατά τη δεκαετία του 1970 - ποιήματα με τα οποία σκεφτόταν να ανασυγκροτήσει τη νεανική συλλογή.

Έχοντας διασώσει αρκετά ποιήματα από το παλαιό της σώμα, σκεφτόταν μια σύνθεση παρόντος και παρελθόντος.
Η νεανική συλλογή ήταν σημαντική επειδή, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, με αυτήν επρόκειτο να ξεκινήσει την ποιητική του διαδρομή μεσούσης της δεκαετίας του 1930.

Η πορεία ανεκόπη μετά την παραμονή στο Παρίσι και την είσοδό του στην υπερρεαλιστική ομάδα του Μπρετόν, με αποτέλεσμα η πρώτη ποιητική συλλογή να είναι εντέλει η «Υψικάμινος» του 1935 (γράφτηκε λίγους μόνο μήνες πριν από την έκδοσή της).

Στο μεταξύ, υπήρχε στα χέρια μου ένα ντοσιέ με σχέδια του Γουναρόπουλου. Έξω από το ντοσιέ η μητέρα μου έγραφε: «Σχέδια για τη συλλογή του Ανδρέα». Στην έκθεση παρουσιάζονται τα πέντε σχέδια του ντοσιέ με την προσθήκη δύο πορτρέτων.
 
Είναι σίγουρο πως όλα, σχέδια και πορτρέτα, αποτελούσαν παραγγελία του πατέρα μου. Ο στόχος ήταν να πλαισιώσουν τη συλλογή η οποία αντικαταστάθηκε την τελευταία στιγμή από την «Υψικάμινο».

ΕΡ: Ποιοι απεικονίζονται στα πορτρέτα;

ΑΠ: Ο πατέρας μου ζήτησε από τον Γουναρόπουλο ένα πορτρέτο του πατέρα του κι ένα της μητέρας του. Είχε μεσολαβήσει προ πολλού ο χωρισμός τους κι εκείνο στο οποίο πιθανόν αποσκοπούσε ο γιος ήταν να τους ενώσει φαντασιακά.

Στο πορτρέτο του πατέρα δεν αποτυπώνεται μόνο η σκληρή και άκαμπτη όψη της καθημερινής του φυσιογνωμίας, αλλά κι ένα στοιχείο καλοσύνης, που ενυπήρχε αλλά γινόταν λιγότερο φανερό.

Ο Ανδρέας προσπαθούσε πάντοτε να μην αναφέρεται στην πατρική καταπίεση την οποία υπέστη και αυτό είναι και το πνεύμα της δουλειάς του Γουναρόπουλου. Αξίζει, νομίζω, εδώ τον κόπο να επιμείνουμε σε μια λεπτομέρεια. Στο φόντο απεικονίζεται ένα πλοίο και μια υψικάμινος.

Αυτά πρέπει επίσης να είναι παραγγελία του πατέρα μου γιατί τότε εργαζόταν ως διευθυντής στα ναυπηγεία Βασιλειάδη, όπου ο παππούς μου σκόπευε να φτιάξει μια υψικάμινο παραγωγής χάλυβα έτσι ώστε να λειτουργήσει η πρώτη ναυπηγοεπισκευαστική μονάδα στην Ελλάδα.

Το καλοκαίρι του 1933, εντούτοις, ξεκίνησε μια αιματηρή απεργία και τότε ο πατέρας μου πήρε το μέρος των απεργών. Μετά από μια ισχυρή κρίση συνείδησης, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον πατέρα του και τις επιχειρήσεις του.

Και κάπως έτσι πρέπει να καταλάβουμε και το νόημα του πορτρέτου του Γουναρόπουλου: να κρατηθεί ως τελική εικόνα κάτι καλό για τον πατέρα του Ανδρέα.

Ως προς το πορτρέτο της μητέρας του, πάλι, η μορφή της μοιάζει πολύ γλυκιά και ταυτοχρόνως απόμακρη. Έτσι, άλλωστε, αισθανόταν κι η ίδια από τότε που την εγκατέλειψε ο άντρας της.

Το φόντο είναι τώρα ένα χωριό: κυκλαδίτικο ή τατάρικο - διότι καταγόταν από την Κριμαία και μιλούσε ανδριώτικα ελληνικά με ρωσική προφορά. Σε αυτό προσπάθησε να δώσει έμφαση και ο Ανδρέας με την παραγγελία του.

ΕΡ: Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του φωτογράφου Ανδρέα Εμπειρίκου, όπως προκύπτουν από τα άλλα υλικά της έκθεσης στο Μουσείο Γουναρόπουλου;

ΑΠ: Ο πατέρας μου αρχίζει να φωτογραφίζει από πολύ νέος: οικογενειακές σκηνές και σκηνές της καθημερινής ζωής, ανδριώτικα θέματα, άνδρες και γυναίκες.

Εν προκειμένω, διακρίνουμε την υπερρεαλιστική και την ψυχαναλυτική ρίζα. Ας θυμηθούμε σε αυτά τα συμφραζόμενα και την υπερρεαλιστική περίοδο της φωτογραφικής τέχνης του Εμπειρίκου, όταν μαζί με τη Μάτση Χατζηλαζάρου, την πρώτη του σύζυγο, επιδίδονται στην υπερρεαλιστική φωτογραφία.

Αν, παρόλα αυτά, ο Εμπειρίκος δεν είχε απομακρυνθεί το 1951 από την ψυχανάλυση δεν θα είχε κατορθώσει να εμβαθύνει στην τεχνική της φωτογραφίας ούτε να επωμιστεί τη διαδικασία της φωτογραφικής τέχνης στο σύνολό της: από το φωτογραφικό πλάνο και τη λήψη μέχρι την εκτύπωση.
 
Επίσης, δεν θα είχε ασχοληθεί με τα πορτρέτα παιδιών και με την εικαστική ανάδειξη της παιδικής σεξουαλικότητας. Όπως κι αν έχει, εκείνο που επανέρχεται σταθερά στο φωτογραφικό του βλέμμα είναι η άμεση, ανθρώπινη προσέγγιση κι όχι το κύρος της αυθεντίας.

Επειδή, ωστόσο, μίλησα για απομάκρυνση από την ψυχανάλυση, όλη η φωτογραφική περίοδος του Ανδρέα Εμπειρίκου σηματοδοτεί και μιαν άλλη απομάκρυνση, μια ποιητική του ρεμβασμού, όπως την ονομάζει σε σχετική μελέτη του ο Νίκος Σιγάλας.
 
Μια ποιητική που θα έλθει σε ρήξη όχι μόνο με την ψυχανάλυση, αλλά και με τον εφοπλισμό, τον καπιταλισμό και τη μεγαλοαστική τάξη.

ΕΡ: Ένα τελευταίο σχόλιο για τη σχέση Ανδρέα Εμπειρίκου-Γιώργου Γουναρόπουλου;

Ο πατέρας μου δεν ξέκοψε ποτέ από τον Γουναρόπουλο. Βέβαια, μετά την εμπειρία του με τον υπερρεαλισμό, η καλλιτεχνική τους επικοινωνία δεν ήταν ίδια. Ωστόσο, δεν προσπάθησε να μεταστρέψει τον Γουναρόπουλο ούτε να του επιβάλει τον υπερρεαλισμό. Έμεινε στενός και αγαπημένος φίλος του από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο