Κυκλοφόρησε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ η ετήσια έκθεση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανά τον κόσμο για το έτος 2007, που το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών υποβάλλει κάθε χρόνο στο Κογκρέσο βάσει της σχετικής αμερικανικής νομοθεσίας, που θεσπίζει σειρά κριτηρίων.
Η 41σέλιδη έκθεση για την Ελλάδα, έχει παρόμοιο με την περσινή περιεχόμενο, υπογραμμίζοντας στο προοίμιο ότι η χώρα μας είναι μια συνταγματική, πολυκομματική δημοκρατία 11 εκατομμυρίων κατοίκων, που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της και ότι οι πολιτικές αρχές της ελέγχουν αποτελεσματικά τις αρχές ασφαλείας.
Υπογραμμίζεται ότι η κριτική προς την κυβέρνηση είναι ελεύθερη, ενώ σημειώνεται ότι η «μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, το Διεθνές Ίδρυμα Τύπου και η οργάνωση South-East Europe Media Organization, παραπονέθηκαν ότι ο νέος νόμος περί ΜΜΕ, που ενεκρίθη τον Ιούλιο, απαιτεί όπως ραδιοσταθμοί και τηλεοπτικοί σταθμοί εκπέμπουν πρωτίστως στην ελληνική προκειμένου να κριθούν επιλέξιμοι για έκδοση της απαιτούμενης κρατικής αδείας, διατεινόμενοι ότι ο νόμος θα παρεμποδίσει την πρόσβαση των μειονοτήτων σε ενημέρωση στην γλώσσα τους».
Η έκθεση γράφει ότι οι νόμοι προβλέπουν την θρησκευτική ελευθερία, αλλά μη-ορθόδοξες ομάδες κατά καιρούς αντιμετωπίζουν διοικητικά εμπόδια και νομικούς περιορισμούς, ενώ δεν έχει κατασκευασθεί ισλαμικό τέμενος και πολιτιστικό κέντρο στην Αθήνα, παρά τη σχετική έγκριση της Βουλής από το 2000. Επισημαίνεται ότι «η κυβέρνηση χρηματοδοτεί τα σχολεία της μουσουλμανικής μειονότητας και δυο Κορανικές Σχολές, αλλά τουρκόφωνοι ακτιβιστές ασκούν κριτική στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης στην κρατική Παιδαγωγική Ακαδημία.
Το Σεπτέμβριο του 2006 η κυβέρνηση ξεκίνησε πιλοτικό πρόγραμμα για την διδασκαλία της τουρκικής ως ξένης γλώσσας σε πέντε σχολεία της Θράκης. Τούρκοι δάσκαλοι εξέφρασαν επιφυλάξεις για το πρόγραμμα και αρνήθηκαν να διδάξουν τουρκικά στα σχολεία αυτά». Αναφέρεται επίσης ότι εξακολουθεί να παρατηρείται αντισημιτισμός στον ακραίο Τύπο, ενώ τα βασικά ΜΜΕ και το κοινό συχνά δεν κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ κριτικής κατά του Ισραήλ και σχολίων για τους Εβραίους.
Αρκετός χώρος αφιερώνεται στις καταγγελίες για δυσμενή μεταχείριση των Αθίγγανων. Τονίζεται ότι Αλβανοί μετανάστες, που αποτελούν σήμερα το 5 με 7% του πληθυσμού, αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα κακομεταχείρισης, αλλά εκπρόσωποι της αλβανικής κοινότητας καταγράφουν σταδιακή μείωση των διακρίσεων εις βάρος τους.
Τέλος σημειώνεται ότι αριθμός πολιτών αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι, Πομάκοι, Βλάχοι, Αθίγγανοι, Αρβανίτες ή Μακεδόνες, και ενώ ορισμένοι εξ αυτών θεωρούν ότι πρέπει να αναγνωριστούν ως «μειονότητες» ή «γλωσσικές μειονότητες», άλλοι δεν θεωρούν ότι αυτοί οι προσδιορισμοί τους καθιστούν μέλη μειονότητας.
Ορισμένα άτομα που θεωρούν ότι αποτελούν μέλη μειονότητας αναφέρουν δυσκολίες να εκφράσουν ελεύθερα την ταυτότητά τους, ο όρος «Τούρκος» ή «τουρκικός» απαγορεύεται να χρησιμοποιείται σε τίτλους οργανώσεων, μολονότι μεμονωμένα άτομα μπορούν νομίμως να αυτοαποκαλούνται «Τούρκοι». Σημειώνεται ακόμη ότι μέλη της πομακικής κοινότητας διατείνονται ότι πιέζονται από τουρκόφωνους να απαρνηθούν την ύπαρξη της πομακικής ως ταυτότητας διακριτής από την τουρκική.