
Την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το μηχανισμό στήριξης της Ευρωζώνης χαιρετίζει σε συνέντευξή του στη βελγική εφημερίδα «La Libre Belgique» ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων Φιλίπ Μάισταντ, ο οποίος επιπλέον αναφέρεται και στα «μαθήματα» από την ελληνική κρίση.
Ειδικότερα, ο Μάισταντ τονίζει ότι το τελευταίο διάστημα οι αγορές δεν υπήρξαν λογικές, υποχρεώνοντας την ΕΕ να χρησιμοποιήσει «το βαρύ πυροβολικό» της. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι σε περίπτωση ανάγκης η ΕΕ είναι έτοιμη να διαθέσει εντυπωσιακά ποσά, αναφέρει ο Μάισταντ.
Σχετικά με τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο πρόεδρος της ΕΤΕπ τονίζει ότι η ΕΕ πρέπει να προχωρήσει γρήγορα με το θέμα αυτό, ειδικά σε ό,τι αφορά την αγορά παραγώγων. «Χρειάζεται μια πιο αυστηρή νομοθεσία κυρίως για τις κρυφές πωλήσεις και θα πρέπει να δούμε πολύ προσεκτικά το θέμα των οίκων αξιολόγησης», αναφέρει ο Φιλίπ Μάισταντ και συμπληρώνει: «Ο οίκος που 48 ώρες πριν από την ολοκλήρωση της συμφωνίας για την Ελλάδα υποτίμησε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας επέδειξε μια εντελώς ανεύθυνη συμπεριφορά. Θα μπορούσε να περιμένει ως τη Δευτέρα για να εκτιμήσει την κατάσταση».
Συνεχίζοντας, σημειώνει ότι από τον Δεκέμβριο θα εφαρμοστεί μια νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για τους οίκους αξιολόγησης, επιβάλλοντας μεγαλύτερη διαφάνεια και επιτρέποντας έτσι τη διενέργεια ελέγχων για το βαθμό τήρησης των μεθοδολογικών κανόνων.
Σχολιάζοντας την άποψη του επιτρόπου Εσωτερικής Αγοράς Μισέλ Μπαρνιέ ότι θα πρέπει να απειλούμε με νομικές κυρώσεις τους κερδοσκόπους, ο πρόεδρος της ΕΤΕπ τόνισε ότι πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα ιδέα, αλλά σίγουρα δύσκολα εφαρμόσιμη.
Αναφορικά με την ιδέα σύστασης ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης, ο Μάισταντ τονίζει ότι για να λειτουργήσει αξιόπιστα ένας οίκος αξιολόγησης πρέπει να είναι «ανεξάρτητος». Επισημαίνει, μάλιστα, ότι θα ήταν καλύτερο να μην εξαρτόμαστε απόλυτα από υπερατλαντικούς οίκους, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι ένας από αυτούς, ο Fitch, είναι λίγο-πολύ ευρωπαϊκός.
Εξάλλου, κληθείς να σχολιάσει την εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο μηχανισμό στήριξης, ο Μάισταντ τονίζει ότι το ΔΝΤ αφ’ ενός μεν έχει αδιαμφισβήτητα μια τεχνογνωσία που θα ήταν ανόητο να στερηθεί η ΕΕ, αφ’ ετέρου δε οι Ευρωπαίοι συνεισφέρουν με σημαντικά ποσά στο ΔΝΤ. Ειδικότερα, στην περίπτωση της Ελλάδας, ο Φιλίπ Μάισταντ τόνισε ότι οι εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ βοήθησαν στη βελτίωση του ελληνικού σχεδίου δημοσιονομικής προσαρμογής.
Τέλος, τονίζει ότι ένα από τα κύρια μαθήματα που θα πρέπει να συναχθούν από αυτό που συνέβη με τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία, είναι ότι πρέπει να ενισχυθούν οι ελεγκτικές αρμοδιότητες της Eurostat, όσον αφορά τα στατιστικά στοιχεία που της κοινοποιούν οι εθνικές αρχές. Σημειώνει δε ότι η Eurostat επικύρωνε τα στοιχεία που της κοινοποιούσαν οι ελληνικές αρχές, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρότι μπορούσε να υποθέσει ότι υπήρχαν ανωμαλίες, βρισκόταν σε δύσκολη θέση, αφού επίσημα τα στοιχεία ελέγχονταν από τον αρμόδιο οργανισμό.