Η Πειραιώς μπαίνει στη λίστα των κορυφαίων επιλογών της UBS για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, σύμφωνα με τη νέα στρατηγική έκθεση του οίκου με τίτλο «Europe's borrowing more. Good for growth, good for banks, we stay overweight», που δημοσιεύθηκε την 1η Σεπτεμβρίου.
Η ομάδα ανάλυσης υπό τον Jason Napier διατηρεί τη σύσταση overweight για τον κλάδο και αναδιαρθρώνει το χαρτοφυλάκιο των επιλογών της: αφαιρεί Eurobank, SocGen και Santander — μετοχές που, όπως σημειώνει, εξακολουθεί να συμπαθεί — και προσθέτει BCP, Πειραιώς και RBI, διατηρώντας ABN, Barclays, BNP και ING.
Η εναλλαγή μεταξύ των δύο ελληνικών ονομάτων δεν αντανακλά αλλαγή στάσης απέναντι στην ελληνική αγορά, αλλά σύγκριση αναμενόμενων αποδόσεων. «Μας αρέσει πολύ η Ελλάδα», γράφουν οι αναλυτές, εξηγώντας ότι επιλέγουν την Πειραιώς ως κορυφαία επιλογή λόγω της μεγαλύτερης απόστασης από την τιμή-στόχο (buy με τιμή-στόχο στα 12 ευρώ), με τη Eurobank να παραμένει σε σύσταση Buy.
Τι βλέπει η UBS στην Πειραιώς
Η τιμή-στόχος των 12 ευρώ συνεπάγεται περιθώριο ανόδου 18% από τα 10,18 ευρώ στα οποία αποτιμήθηκε η μετοχή στις 27 Αυγούστου, ενώ με τη μερισματική απόδοση 5,6% για το 2026 η συνολική αναμενόμενη απόδοση φτάνει το 24% -η δεύτερη υψηλότερη στο portfolio μετά τις Barclays και BNP.
Το επενδυτικό σκεπτικό συνοψίζεται σε τρία σημεία. Πρώτον, ως η μεγαλύτερη τράπεζα στην Ελλάδα σε καταθέσεις και επιχειρηματικά δάνεια, η Πειραιώς αποτελεί καθαρό «στοίχημα» στην ελληνική μακροοικονομική ανάκαμψη και στον κύκλο επιχειρηματικών επενδύσεων. Δεύτερον, μετά την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής, χτίζει ένα ολοκληρωμένο μοντέλο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών με υψηλή παραγωγή προμηθειών — και η UBS εκτιμά ότι η συνεισφορά αυτή θα αρχίσει να φαίνεται από το 2027 και μετά, κάτι που η αγορά δεν έχει ενσωματώσει. Τρίτον, διαθέτει ένα από τα καλύτερα franchise λιανικής στην Ελλάδα, με το υψηλότερο ποσοστό καταθέσεων όψεως και συνεπώς χαμηλό κόστος χρηματοδότησης.
Στα νούμερα, ο οίκος βλέπει τον δείκτη αποδοτικότητας ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) να ανεβαίνει στο 15,8% φέτος, στο 16,3% το 2027 και στο 16,2% το 2028, με κινδύνους προς τα πάνω δεδομένου ότι το business plan της διοίκησης στοχεύει σε 17,5% μακροπρόθεσμα. Η αύξηση κερδών ανά μετοχή υπολογίζεται σε 13,7% ετησίως για την περίοδο 2025-2028. Οι εκτιμήσεις της UBS βρίσκονται περίπου 5% πάνω από το consensus για τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή του 2026 και 4% πάνω για το 2028.
Στην αποτίμηση, η μετοχή διαπραγματεύεται σε 10,2 φορές τα κέρδη του 2026, 9,0 φορές του 2027 και 8,5 φορές του 2028 -έκπτωση 8% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών και περίπου 12% έναντι των ισπανικών- με δείκτη τιμή προς ενσώματη λογιστική αξία 1,5 φορές. Η μερισματική απόδοση κλιμακώνεται από 5,6% φέτος σε 7,0% το 2027 και 7,8% το 2028, με το μέρισμα ανά μετοχή να ανεβαίνει από 0,57 σε 0,79 ευρώ.
Ως πηγή πρόσθετης ανόδου που δεν έχει ενσωματωθεί στο βασικό σενάριο, η UBS εντοπίζει τη μη βέλτιστη δομή ισολογισμού: τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ύψους 5,3 δισ. ευρώ με απόδοση περίπου 1% και η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση των 5,1 δισ. ευρώ αναμένεται να αποκλιμακωθούν, ανεβάζοντας το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο και το ROTE.
Στους κινδύνους, ο οίκος επισημαίνει τη σχετικά υψηλή ευαισθησία στα επιτόκια — κάθε 25 μονάδες βάσης χαμηλότερο Euribor αφαιρεί περίπου 2% από τα καθαρά έσοδα από τόκους και 2,5% από τα κέρδη — καθώς και το ενδεχόμενο επιβράδυνσης της πιστωτικής επέκτασης. Αναφέρεται επίσης στις εθνικές εκλογές του επόμενου έτους, εκτιμώντας ωστόσο ότι ακόμη και ένα σενάριο συγκυβέρνησης δεν θα άλλαζε ουσιωδώς τις μακροοικονομικές προοπτικές.
Ισχυρός πιστωτικός κύκλος στην Ελλάδα
Η θετική στάση για τις ελληνικές τράπεζες βασίζεται στη διαπίστωση ότι βρίσκονται σε ισχυρό πιστωτικό κύκλο, τροφοδοτούμενο από διαρθρωτικό επενδυτικό κύκλο καθώς η χώρα αφήνει πίσω της την κρίση χρέους. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν αύξηση επιχειρηματικών δανείων 14,5% σε ετήσια βάση και 3,6% σε τριμηνιαία, ενώ το συνολικό υπόλοιπο εταιρικής πίστης στη χώρα τρέχει με 10% ετησίως — από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη, όπου ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι 4,2%.
Καταλύτες, σύμφωνα με την έκθεση, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, με την ανάπτυξη να είναι ευρείας βάσης: μεγάλα έργα υποδομών, επενδύσεις σε τουρισμό, ΑΠΕ και ναυτιλία, ενώ έχουν έρθει στο προσκήνιο και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι διοικήσεις παραμένουν αισιόδοξες, με τα επιχειρησιακά σχέδια να προβλέπουν ρυθμούς 8-10% ετησίως έως το 2028. Αντίθετα, η λιανική πίστη παραμένει υποτονική, με το χαρτοφυλάκιο στεγαστικών να συρρικνώνεται κατά 1,3% ετησίως — αν και η UBS βλέπει προοπτικές επαναμόχλευσης μακροπρόθεσμα.
Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες ελληνικές τράπεζες, η έκθεση δεν δημοσιεύει επιμέρους τιμές-στόχους πέραν της Πειραιώς, δίνει όμως τη σχετική εικόνα αποτίμησης. Με βάση τα κέρδη του 2027, η Εθνική διαπραγματεύεται στις 10,1 φορές, η Eurobank στις 9,3, η Alpha Bank στις 9,2 και η Πειραιώς στις 9,0 — και για το 2028 σε 9,2, 8,8, 8,5 και 8,5 φορές αντίστοιχα.
Στα αποτελέσματα β' τριμήνου, όλες οι ελληνικές τράπεζες ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις σε επίπεδο προ φόρων κερδών: Eurobank κατά 7%, Alpha και Πειραιώς κατά 6%, Εθνική κατά 2%. Η Πειραιώς ξεχώρισε με υπέρβαση 16% στα μη επιτοκιακά έσοδα και 10% στα προ προβλέψεων κέρδη, οδηγώντας σε αναθεώρηση των εκτιμήσεων κερδών ανά μετοχή κατά 5% για το 2026 και 3% για το 2027. Ο δείκτης ROTE β' τριμήνου διαμορφώθηκε στο 18,5% για τη Eurobank, 16,7% για την Πειραιώς, 16,4% για την Alpha και 13,9% για την Εθνική.
Γιατί παραμένει overweight ο κλάδος
Η ευρύτερη θέση της UBS είναι ότι η Ευρώπη βρίσκεται στα πρώτα στάδια ενός κύκλου επαναμόχλευσης με οδηγό τις επενδύσεις, ο οποίος δεν αποτυπώνεται ούτε στις εκτιμήσεις κερδών ούτε στις αποτιμήσεις. Στον έκτο χρόνο υπεραπόδοσης, οι τραπεζικές μετοχές έχουν ξεπεράσει την αγορά κατά 11% από την αρχή του έτους και κατά 130% από το 2021, ενώ διαπραγματεύονται σε 9,2 φορές τα κέρδη του 2028 — έκπτωση 28% έναντι της ευρύτερης αγοράς.
Ο οίκος αναμένει βασική συνολική απόδοση περίπου 15% ετησίως, με αύξηση κερδών 12% φέτος και 15% το 2027 και συνολική απόδοση διανομών 7-8%. Δύο εξελίξεις θα ανέτρεπαν τη θετική στάση: μια ουσιαστική διόρθωση της αγοράς και μεγάλες βραχυπρόθεσμες αυξήσεις επιτοκίων που θα απαιτούσαν αργότερα μειώσεις κάτω από το ουδέτερο επίπεδο.