Ο δείκτης S&P 500 υπολείπεται μόλις 3% από το πρόσφατο ιστορικό υψηλό του, ωστόσο το 60% των μετοχών που τον απαρτίζουν βρίσκεται ήδη σε bear market.
Πρόκειται για μια εντυπωσιακή εικόνα, την οποία ανέδειξε ο trader της Goldman Sachs Μπόμπι Μολάβι. Όπως σημείωσε, το παράδοξο είναι ότι υποχωρούν ταυτόχρονα τόσο οι τεχνολογικοί κολοσσοί, των οποίων οι κεφαλαιουχικές δαπάνες βρίσκονται στον πυρήνα του ράλι των μετοχών που τροφοδοτείται από την τεχνητή νοημοσύνη, όσο και οι εταιρείες που απορροφούν αυτές τις δαπάνες.
«Δεν βλέπω πώς είναι δυνατόν να τιμωρούνται και οι δύο πλευρές ταυτόχρονα, ιδίως όταν το βασικό σενάριο εξακολουθεί να είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει τα πάντα», έγραψε ο επικεφαλής των υπηρεσιών εκτέλεσης συναλλαγών για την περιοχή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (EMEA) της Goldman Sachs Μπόμπι Μολάβι σε σημείωμά του προς πελάτες. Περιέγραψε την κατάσταση ως «κρυφή bear market».
Η ισχυρή μετατόπιση κεφαλαίων, καθώς οι επενδυτές απομακρύνονται από τις μετοχές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη λόγω ανησυχιών για τη βιωσιμότητα των τεράστιων δαπανών, έχει πλήξει τις τεχνολογικές μετοχές τις τελευταίες εβδομάδες.
Αντίθετα, οι περισσότερες μετοχές του S&P 500 καταγράφουν άνοδο τον τελευταίο μήνα, καθώς κεφάλαια μετακινούνται από τις υπερσυγκεντρωμένες επενδυτικές θέσεις προς αμυντικούς κλάδους και μετοχές που δεν έχουν μεγάλη παρουσία στα χαρτοφυλάκια.
Από τις 15 Οκτωβρίου, οι επτά τεχνολογικοί κολοσσοί των Magnificent Seven έχουν χάσει συνολικά 4 τρισ. δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία. Για πρώτη φορά από όσο θυμάται, τα εταιρικά αποτελέσματα «δεν ήταν αρκετά καλά», ανέφερε ο Μολάβι.
Την περασμένη Πέμπτη, όταν η Alphabet έχασε 500 δισ. δολάρια από τη χρηματιστηριακή της αξία, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση της εδώ και 20 χρόνια, ο S&P 500 υποχώρησε μόλις 0,3%, καθώς οι κλάδοι της υγείας, των ακινήτων και των βασικών καταναλωτικών αγαθών κάλυψαν μέρος των απωλειών.
Οι κατασκευαστές ημιαγωγών δεν είχαν αντίστοιχο δίχτυ προστασίας. Ο δείκτης Philadelphia Semiconductor Index έκλεισε την Παρασκευή με πτώση 7%, υποχωρώντας κάτω από τον κινητό μέσο όρο των 200 ημερών για πρώτη φορά εδώ και έναν χρόνο.
Παράλληλα, οι δείκτες αποτίμησης με βάση τα εκτιμώμενα μελλοντικά κέρδη έχουν επιστρέψει στα χαμηλότερα επίπεδα του κύκλου της τεχνητής νοημοσύνης, περίπου στις 16 φορές τα κέρδη.
Η ζήτηση δεν αποτελεί πρόβλημα, σύμφωνα με τον Μολάβι. Οι τελευταίες ανακοινώσεις αποτελεσμάτων δείχνουν ότι τα έσοδα από το Google Cloud της Alphabet διπλασιάστηκαν, από το Azure της Microsoft αυξήθηκαν κατά 48% και του AWS της Amazon κατά 39%, με τον τελευταίο ρυθμό να είναι ο υψηλότερος των τελευταίων πέντε ετών.
Η ανησυχία της αγοράς αφορά το κόστος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και τον χρόνο που θα χρειαστεί για να αποδώσουν. Οι μεγάλοι πάροχοι υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους (hyperscalers) μετατρέπονται από μηχανές παραγωγής μετρητών σε μεγάλους καταναλωτές ρευστότητας, για διάστημα που ενδέχεται να ξεπεράσει το ένα ή δύο χρόνια.
Οι τέσσερις μεγαλύτεροι όμιλοι παρήγαγαν συνολικά 26 δισ. δολάρια σε ελεύθερες ταμειακές ροές, ποσό που αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος των επιπέδων στα οποία είχαν φτάσει στο παρελθόν.
Παράλληλα, χρηματοδοτούν ολοένα και περισσότερο τις επενδύσεις τους στην τεχνητή νοημοσύνη μέσω δανεισμού και έκδοσης μετοχών, πέρα από τη χρήση των ταμειακών τους διαθεσίμων. Το μακροπρόθεσμο χρέος της Amazon έχει αυξηθεί στα 173 δισ. δολάρια από 66 δισ. μέσα σε εννέα μήνες, έγραψε ο Μολάβι.
Όπως το έθεσε ο trader της Goldman Sachs, την περασμένη εβδομάδα ήρθε η ώρα να πληρωθεί ο λογαριασμός των κεφαλαιουχικών δαπανών για την τεχνητή νοημοσύνη. Οι επενδυτές στρέφουν πλέον την προσοχή τους στις αποδόσεις αντί στις φιλοδοξίες και στις ταμειακές ροές αντί στις κεφαλαιουχικές δαπάνες.
Ο S&P 500 υποχώρησε κατά 0,5% τη Δευτέρα, καταγράφοντας τρίτη διαδοχική πτώση, ενώ ο Nasdaq σημείωσε απώλειες 1,4%, καθώς η απομάκρυνση κεφαλαίων από τον τεχνολογικό κλάδο συνεχίστηκε και στις αρχές του νέου μήνα. Οι δείκτες κινήθηκαν ανοδικά στις πρώτες συναλλαγές της Τρίτης.
Η αγορά πιστώσεων αποτελεί την πιο έντονη προειδοποιητική ένδειξη, σύμφωνα με τον Μολάβι. Η διαφορά των αποδόσεων μεταξύ ομολόγων με αξιολόγηση B και CCC έφτασε τις 8 ποσοστιαίες μονάδες, επίπεδο που έχει καταγραφεί λιγότερες από πέντε φορές από το 1996, βάσει της καταμέτρησής του.
Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, ο S&P 500 βρισκόταν τουλάχιστον 11,5% κάτω από το υψηλό των τελευταίων 52 εβδομάδων, ενώ σε δύο περιπτώσεις η απόσταση πλησίαζε το 30%.
Πριν από την περασμένη εβδομάδα, ο δείκτης απείχε λιγότερο από 2% από το υψηλό του, παρά την εμφάνιση του παράγοντα που πυροδότησε την αναταραχή. «Παρασκευή, κράτα μου την μπίρα», έγραψε χαρακτηριστικά ο Μολάβι.