Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκεται η κυβέρνηση μετά τις δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την επίθεση Ισραήλ και ΗΠΑ κατά του Ιράν.
Η νέα γεωπολιτική κρίση στην ευρύτερη περιοχή, που ακόμα είναι νωρίς για να προβλέψει κάποιος τις συνέπειές της για την περιφερειακή και διεθνή ασφάλεια, σήμανε συναγερμό στο Μέγαρο Μαξίμου, με τον Πρωθυπουργό να βρίσκεται σε ανοιχτή γραμμή με όλους τους αρμόδιους υπουργούς και ταυτόχρονα να προχωρά σε κύκλο επαφών με ηγέτες της περιοχής, αλλά και τους ευρωπαίους εταίρους.
Στη χθεσινή καθιερωμένη ανάρτησή του, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η Αθήνα «παρακολουθεί στενά και με ανησυχία τις εξελίξεις στο Ιράν και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής», επισημαίνοντας ότι προτεραιότητα αποτελεί η ασφάλεια των Ελλήνων πολιτών και η αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης.
Επανέλαβε ότι η Ελλάδα στέκεται «με ψυχραιμία, ως δύναμη σταθερότητας και υπευθυνότητας» και υπογράμμισε πως η προστασία των αμάχων και ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου αποτελούν αδιαπραγμάτευτες αρχές.
Κατά τη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ, λίγες ώρες μετά τις επιθέσεις στην Τεχεράνη, αξιολογήθηκαν όλα τα δεδομένα σε διπλωματικό, γεωπολιτικό και επίπεδο ασφάλειας, ενώ δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις στη ναυσιπλοΐα και στη σταθερότητα της περιοχής
Στο πλαίσιο του συντονισμού με συμμαχικές χώρες της Μέσης Ανατολής, ο πρωθυπουργός είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πρίγκιπα Διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας Mohammed bin Salman, με τον οποίο συμφώνησαν στην ανάγκη αποφυγής κλιμάκωσης, ενώ τον ευχαρίστησε για τη συνεργασία στην προστασία των Ελλήνων πολιτών.
Υπενθυμίζεται ότι στη χώρα αυτή έχει παραχωρηθεί από το 2021 (για την ενίσχυση της ασφάλειας της περιοχής και την προστασία του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού) μια πυροβολαρχία Patriot, μαζί με το απαραίτητο προσωπικό.
Επικοινωνίες ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επίσης με τον Εμίρη του Κατάρ Tamim bin Hamad Al Thani, τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων Mohamed bin Zayed Al Nahyan και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη.
Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι στόχος είναι η ανταλλαγή εκτιμήσεων και η διαμόρφωση κοινής γραμμής με συμμάχους και εταίρους, σε μια περίοδο που η ρευστότητα στην περιοχή εντείνεται.
Αιτήματα επαναπατρισμού
Στο Υπουργείο Εξωτερικών, ο Γιώργος Γεραπετρίτης πραγματοποίησε τηλεδιάσκεψη με τους επικεφαλής των ελληνικών πρεσβειών και προξενείων στο Ιράν και τη Μέση Ανατολή. Ενεργοποιήθηκε η Μονάδα Διαχείρισης Κρίσεων, ενώ λειτουργεί ειδική πλατφόρμα και γραμμές επικοινωνίας για την υποβολή αιτημάτων επαναπατρισμού.
Ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας έδωσε εντολή για άμεση και ασφαλή επιστροφή όσων πολιτών το επιθυμούν, μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες και αποκατασταθεί η εναέρια κυκλοφορία. Ταυτόχρονα, ζήτησε από τις διπλωματικές αποστολές πλήρη επαγρύπνηση και διαρκή επικοινωνία με τους Έλληνες της περιοχής. Όπως διαμηνύθηκε, εφόσον απαιτηθεί, υπάρχει έτοιμο επιχειρησιακό σχέδιο εκκένωσης.
Την ίδια ώρα, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ο Νίκος Δένδιας συγκαλούσε έκτακτη σύσκεψη με τη στρατιωτική ηγεσία. Έγινε στάθμιση των εξελίξεων και επιβεβαιώθηκε ότι έχουν τεθεί σε εφαρμογή όλα τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα ασφαλείας.
Στο τραπέζι βρέθηκαν, ανάμεσα στα άλλα, η λειτουργία της βάσης της Σούδας και η φρεγάτα «Ύδρα», που επιχειρεί στην Ερυθρά Θάλασσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής επιχείρησης «Ασπίδες». Σύμφωνα με σχετική ενημέρωση του υπουργείου, στη Σούδα λαμβάνονται τα συνήθη μέτρα ασφαλείας για τέτοιες περιπτώσεις και το αεροδρόμιο λειτουργεί κανονικά.
Ο κ. Δένδιας βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με ομολόγους του από συμμαχικές χώρες, σε μια προσπάθεια διατήρησης ανοικτών διαύλων και συντονισμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται από την ελληνική πλευρά στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ, όπου δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός πλοίων ελληνικών συμφερόντων. Ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, σημείωσε σε ανάρτησή του ότι το Κέντρο Επιχειρήσεων βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τις εταιρείες και παρέχει οδηγίες και συστάσεις, ενώ η ναυτιλιακή κοινότητα ενημερώνεται διαρκώς για τις εξελίξεις.
Η διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για την Αθήνα, με δεδομένο τον κομβικό ρόλο της ελληνικής ναυτιλίας στο παγκόσμιο εμπόριο. Οι συνθήκες, για μία ακόμα φορά, δεν είναι ευνοϊκές προς αυτήν την κατεύθυνση.