Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν αναμένεται να μεταβάλει σήμερα τα επιτόκιά της, όμως θα τονίσει τους αυξανόμενους κινδύνους για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής της αργότερα φέτος.
Σύμφωνα με το Reuters, η ΕΚΤ, που συνεδριάζει σήμερα για πρώτη φορά από τότε που αποφάσισε να μειώσει το επιτόκιο καταθέσεων και να παρατείνει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, αναμένεται να προειδοποιήσει πως ο πληθωρισμός ενδέχεται να παραμείνει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα για μακρύτερο διάστημα απ' όσο προβλέπονταν, λόγω της «βουτιάς» των τιμών του πετρελαίου, της αδύναμης ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας και της έλλειψης αποφασιστικής δημοσιονομικής πολιτικής στην Ευρώπη.
Θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει τις νέες αναταράξεις που έχουν δημιουργηθεί στον τραπεζικό τομέα, καθώς οι μετοχές των ιταλικών, πορτογαλικών και ελληνικών τραπεζών κατακρημνίζονται λόγω των ανησυχιών ότι η ΕΚΤ ενδέχεται μελλοντικά να τις αναγκάσει να υποστούν απώλειες επί ορισμένων «κόκκινων» δανείων, μειώνοντας έτσι την ικανότητά τους να διανέμουν μερίσματα.
Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, ενδέχεται να αποκαλύψει επίσης περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το σχέδιο της Τράπεζας να αγοράσει δημοτικά ομόλογα (municipal bonds), τονίζοντας την ευελιξία του προγράμματος αγοράς ομολόγων, παρά τις προειδοποιήσεις ορισμένων επενδυτών για τα πιθανά όρια του προγράμματος.
Ωστόσο, έχοντας ανεβάσει πολύ τον πήχυ των προσδοκιών τον Δεκέμβριο –και απογοητεύοντας στη συνέχεια τις αγορές-, ο Μάριο Ντράγκι εκτιμάται ότι δεν θα δώσει υποσχέσεις, δίνοντας αντιθέτως έμφαση στην ετοιμότητα και την ικανότητα της Τράπεζας να αναλάβει δράση.
«Περιμένουμε μια μικρή, αλλά σημαντική αλλαγή ρητορικής», σύμφωνα με τον αναλυτή της JPMorgan, Greg Fuzesi. «Ο Ντράγκι θα τονίσει ότι υπήρξε επιδείνωση των υποθέσεων πάνω στις οποίες βασίστηκε η «επαρκής» ρύθμιση της πολιτικής της ΕΚΤ».
Οι προβλέψεις της ΕΚΤ τον Δεκέμβριο βασίστηκαν στην υπόθεση ότι οι τιμές του αργού θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στα 52,2 δολάρια φέτος, όμως τώρα το Brent κινείται γύρω στα 28 δολάρια το βαρέλι και ακόμα και τα futures του 2022 βρίσκονται κάτω από τα 50 δολάρια, δείχνοντας πως οι επενδυτές δεν πιστεύουν ότι οι τιμές του πετρελαίου θα ανακάμψουν γρήγορα.
Ορισμένοι νομοθέτες της ΕΚΤ υποστηρίζουν πως η Τράπεζα θα πρέπει αν επικεντρωθεί στον δομικό πληθωρισμό, στον οποίον δεν υπολογίζονται οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων.
Όμως, οι χαμηλές τιμές της ενέργειας επηρεάζουν πλέον και άλλα αγαθά και υπηρεσίες, πιέζοντας ακόμα και τον δομικό πληθωρισμό χαμηλότερα από τον στόχο του περίπου 2% της ΕΚΤ και βάζοντας σε κίνδυνο την αξιοπιστία του στόχου αυτού.
Η ΕΚΤ εκτιμούσε προηγουμένως πως μια αλλαγή 10 ποσοστιαίων μονάδων στις τιμές του πετρελαίου θα άλλαζε τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,2-0,3 ποσοστιαίες μονάδες τον πρώτο χρόνο, με περαιτέρω επιπτώσεις αργότερα.
Όμως, αν οι επιχειρήσεις σταματήσουν να «πιστεύουν» στον στόχο του πληθωρισμού, μπορεί να περιορίσουν τον ρυθμό αύξησης των μισθών, κάτι που με τη σειρά του θα βάλει φρένο στην οικονομία και θα αυξήσει τον κίνδυνο ο χαμηλός πληθωρισμός να μετατραπεί σε αποπληθωρισμό.
Ο Μάριο Ντράγκι αναμένεται να τονίσει στην συνέντευξη Τύπου ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, ύψους 1,5 τρις. ευρώ, έχει ευελιξία, δίνοντας περιθώριο κινήσεων στην Τράπεζα.
Τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δεκεμβρίου είχαν δείξει μια μεγαλύτερη προθυμία από την πλευρά των στελεχών της ΕΚΤ να μειωθούν ακόμα περισσότερο τα επιτόκια καταθέσεων. Πολλοί αναλυτές προβλέπουν πως το επιτόκιο (που σήμερα βρίσκεται στο -0,3%) θα μπορούσε να μειωθεί κατά επιπλέον 10 μ.β. ακόμα και τον Ιούνιο.
Ο Μάριο Ντράγκι ενδέχεται να αλλάξει σημαντικά την άποψή του για την Κίνα. Τον Δεκέμβριο, τα στελέχη της ΕΚΤ υποστήριζαν πως οι δεν υλοποιήθηκαν οι προηγούμενες ανησυχίες για τις εξελίξεις στην Κίνα. Όμως, οι αναταραχές στις αγορές από την αρχή του 2016, η πτώση του γουάν και η τα αδύναμα στοιχεία που ανακοινώθηκαν για το κινεζικό ΑΕΠ, δείχνουν πως οι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί.
Ένα ακόμα πιο αδύναμο γουάν θα εξήγατε το αποπληθωριστικό ρίσκο της Κίνας και θα μείωνε την αποτελεσματικότητα των όποιων μειώσεων επιτοκίων, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα της ΕΚΤ να αποδυναμώσει το ευρώ. Παράλληλα, η αδυναμία της Κίνας θα μπορούσε να «πείσει» την Fed να επιβραδύνει τον ρυθμό με τον οποίον αυξάνει τα δικά της επιτόκια, κάτι που επίσης θα ενίσχυε το ευρωπαϊκό νόμισμα.