Αν η Βρετανία αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κινδυνεύει να βλάψει την ανταγωνιστικότητα της χρηματοοικονομικής βιομηχανίας του Σίτι του Λονδίνου, αν και το Brexit δεν θα ήταν καταστροφικό για την οικονομία της χώρας, υποστηρίζει το χρηματοοικονομικό λόμπι TheCityUK.
Σε οδηγό που εξέδωσε για τις συνέπειες του Brexit, το TheCityUK αναφέρει μεταξύ άλλων πως μια κατά παραγγελία συμφωνία οικονομικών υπηρεσιών μεταξύ της Βρετανίας και της ΕΕ είναι εφικτή, όμως το περιεχόμενό της θα ήταν αβέβαιο.
Οι διαπραγματεύσεις θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και το μπλοκ θα κατέληγε να συμπεριφέρεται στη Βρετανία ως ένα «off-shore» κέντρο με λιγότερες ρυθμίσεις, σημειώνει το λόμπι.
«Δεν έχουμε δει τίποτα που να δίνει στη Βρετανία το ίδιο επίπεδο επιρροής όσο η συμμετοχή της στην ΕΕ», σχολίασε στο Reuters ο Chris Cummings, διευθύνων σύμβουλος του TheCityUk.
Η Βρετανία ψηφίζει στις 23 Ιουνίου αν θα παραμείνει ή θα φύγει από την ΕΕ. Αν η Βρετανία στηρίξει το Brexit, μια διετής περίοδος διαπραγματεύσεων για τους όρους εξόδου θα μπορούσε να μετριάσει μέρος των αρχικών αρνητικών επιπτώσεων.
«Δεν νομίζω πως θα βλέπαμε αμέσως μια τεράστια κινητικότητα σε ό,τι αφορά στις θέσεις εργασίας, όμως αυτό που θα με ανησυχούσε ιδιαίτερα θα ήταν αν δεν έρχονταν άμεσες ξένες επενδύσεις», πρόσθεσε.
Το TheCitiUK εκτιμά πως αν η Βρετανία φύγει από την ΕΕ, δεν μπορεί να υποτεθεί πως οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές της ΕΕ θα μπορούσαν να ανεχτούν μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες του τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών να διατηρούν τα τρέχοντα επίπεδα περιουσιακών τους στοιχείων στο Λονδίνο, αν οι αγορές υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες.
Σημειώνεται πως η χρηματοοικονομική βιομηχανία αντιπροσωπεύει σχεδόν το 12% της βρετανικής οικονομίας και καταβάλλει ετησίως φόρους 66 δισ. στερλινών (93,75 δισ. δολαρίων), συνεισφέροντας τα περισσότερα χρήματα στα κρατικά ταμεία της χώρας.
Το TheCitiUK, που τάσσεται υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, αναφέρθηκε σε μια σειρά αρνητικών επιπτώσεων που θα είχαν οι όποιες πιθανές εναλλακτικές έναντι της συμμετοχής στην ΕΕ, όπως για παράδειγμα ότι η Βρετανία θα έπρεπε να συνεχίσει να συνεισφέρει χρήματα στην ΕΕ για να έχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά, αλλά χωρίς να έχει δικαίωμα λόγου σε ότι αφορά τους χρηματοοικονομικούς κανόνες.