Ο ΟΟΣΑ τόνισε πως η Βρετανίδα πρωθυπουργός κινδυνεύει να επιφέρει μακροπρόθεσμη ζημιά στην οικονομία της χώρας της, εκτός κι αν εξασφαλίσει συμφωνία που θα διατηρεί τους ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η προειδοποίηση ήρθε αφότου η Τερέζα Μέι συνάντησε τους Ευρωπαίους ηγέτες στις Βρυξέλλες αυτή την εβδομάδα, στην προσπάθεια να περισώσει τις διαπραγματεύσεις Brexit που έχουν βρεθεί σε αδιέξοδο. Η κατάσταση αυτή έχει ωθήσει τις συζητήσεις πολύ κοντά σε απόλυτη κατάρρευση, καθώς και οι δύο πλευρές «οχυρώνονται».
Σύμφωνα με τον Οργανισμό, μια άτακτη έξοδος θα «πλήξει τις εμπορικές σχέσεις, ελαττώνοντας στην μακροπρόθεσμη ανάπτυξη». Μεταξύ των βασικών του προτάσεων για τη Βρετανία, είναι η διατήρηση της «στενότερης δυνατής οικονομικής σχέσης» με το ευρωπαϊκό μπλοκ.
Στο μεταξύ, η προειδοποίηση αυτή ενδέχεται να εξοργίσει ομάδες και πολιτικούς που είναι θετικοί στο Brexit και οι οποίοι επιθυμούν απόλυτη διακοπή των δεσμών, υποστηρίζοντας πως η Βρετανία μπορεί να ακμάσει έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά τα πρόσωπα έχουν επικρίνει διεθνείς οργανισμούς τονίζοντας πως ήταν υπερβολικά απαισιόδοξοι για το Brexit πριν το περσυνό δημοψήφισμα.
Ο ΟΟΣΑ βλέπει επιβράδυνση στη βρετανική οικονομία φέτος και του χρόνου, με την ανάπτυξη του 2018 να εκτιμάται μόλις στο 1%. Αυτές οι προβλέψεις υποθέτουν πως η χώρα θα αποχωρήσει από την ΕΕ χωρίς συμφωνία και θα επιστρέψει στους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, κάτι που «θα πιέζει όλο και περισσότερο τις δαπάνες του ιδιωτικού τομέα».
Πάντως, το σώμα αναγνωρίζει πως το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για τη βρετανική έξοδο είναι «δύσκολο να προβλεφθεί» και οι συζητήσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν πιο ευνοϊκές απ’ ότι εικάζεται. Αυτό θα συνεπαγόταν μια «φιλόδοξη συμφωνία ΕΕ-Βρετανίας και μια μεταβατική περίοδο που θα επιτρέψει την προσαρμογή».
Η 140σέλιδη έκθεση του ΟΟΣΑ αναφέρει, ακόμα, πως υπάρχει ανάγκη βελτίωσης της παραγωγικότητας. Υπογραμμίζοντας τις τοπικές αποκλίσεις, τοποθετεί μέρος της ευθύνης στις χαμηλές επενδύσεις σε τομείς όπως οι μεταφορές. Σε απάντησή του, το βρετανικό Υπουργείο Οικονομικών τόνισε πως η τόνωση της παραγωγικότητας συνιστά «βασική προτεραιότητα».
Όσον αφορά στην Τράπεζα της Αγγλίας, το σώμα πρότεινε πως η νομισματική πολιτική θα πρέπει να παραμείνει υποστηρικτική, αν και υπάρχει ανάγκη να συνεχίσει να είναι «σε εγρήγορση για ενδείξεις επίμονων, εγχώριων πληθωριστικών πιέσεων». Η κεντρική τράπεζα έχει επισημάνει πως τα επιτόκια μπορεί να χρειαστεί να αυξηθούν «τους ερχόμενους μήνες» και οι αγορές τιμολογούν υψηλή πιθανότητα ανόδου τον Νοέμβριο.