H μείωση των φόρων στους πλουσιότερους αύξησε την ανισότητα χωρίς να προσφέρει κάποια ώθηση στην απασχόληση και την ανάπτυξη.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγουν ο Ντέιβιντ Χόουπ του LSE και ο Τζούλιαν Λίμπεργκ του King’s College London σε άρθρο στο οποίο μελετούν τον αντίκτυπο που είχε η εφαρμογή τέτοιων μέτρων τα τελευταία 50 χρόνια σε 18 ανεπτυγμένες οικονομίες.
To άρθρο με τίτλο «Οι οικονομικές συνέπειες των μεγάλων φοροελαφρύνσεων για τους πλούσιους» υποστηρίζει ότι τα τελευταία 50 χρόνια υπήρξαν μια περίοδο μείωσης της φορολόγησης στους πλουσίους στον ανεπτυγμένο κόσμο, με τις μεγαλύτερες περικοπές να λαμβάνουν χώρα τη δεκαετία του 1980.
«Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι οι μεγάλες περικοπές φόρων για τους πλούσιους αυξάνουν το μερίδιο του 1% στο προ φόρων εθνικό εισόδημα κατά τα χρόνια μετά τη μεταρρύθμιση. Το μέγεθος του αντίκτυπου είναι μεγάλο. Κατά μέσο όρο κάθε σημαντική μεταρρύθμιση οδηγεί σε αύξηση του μεριδίου του 1% στο προ φόρων εθνικό εισόδημα κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες. Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης ότι η οικονομική επίδοση, όπως μετριέται με βάση το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ και το ποσοστό ανεργίας, δεν επηρεάζεται σημαντικά από τις μεγάλες περικοπές φόρων στους πλούσιους» γράφουν οι δύο οικονομολόγοι.
«Τα ευρήματα μας για τις συνέπειες στην ανάπτυξη και την ανεργία προσφέρουν στοιχεία ενάντια στις θεωρίες των οικονομικών της προσφοράς που υποστηρίζουν ότι η μείωση των φόρων στους πλούσιους θα παρακινήσει τα άτομα με υψηλό εισόδημα να αυξήσουν την προσφορά εργασίας (περισσότερες ώρες δουλειάς, μεγαλύτερη προσπάθεια) δίνοντας ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα. Ευθυγραμμίζονται, αντίθετα, περισσότερο με τα πρόσφατα εμπειρικά δεδομένα που καταδεικνύουν ότι οι φορολογικές απαλλαγές και τα έκτακτα κέρδη δεν οδηγούν τα άτομα να αλλάξουν σημαντικό το πόσο εργάζονται» προσθέτουν.
«Η έρευνα μας δείχνει ότι οι πολιτικές αυτές δεν φέρνουν αυτή τη διάχυση εισοδήματος που ισχυρίζονται οι υπερασπιστές τους» σημείωσε ο κ. Χόουπ σε συνέντευξή του στο Bloomberg. «Oι φορείς άσκησης πολιτικής δεν πρέπει να ανησυχούν ότι η αύξηση των φορών στους πλουσίους για τη χρηματοδότηση του οικονομικού κόστους της πανδημίας θα πλήξει τις οικονομίες τους» τόνισε.
Oι χώρες στις οποίες βασίστηκε η έρευνα είναι η Αυστραλία, η Αυστρία, το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Γερμανία, η Δανία, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Νέα Ζηλανδία, η Σουηδία, η Ελβετία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ.