Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ δεν θα εκδώσει απόφαση την Παρασκευή στην υπόθεση που εξετάζει τη νομιμότητα των εκτεταμένων παγκόσμιων δασμών του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, μεταδίδει το Reuters.
Στην ακρόαση της υπόθεσης τον Νοέμβριο, κορυφαίοι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ είχαν αμφιβολίες σχετικά με τη νομιμότητα των εκτεταμένων δασμών του προέδρου Τραμπ.
Ειδικότερα, τρεις συντηρητικοί δικαστές είχαν αμφισβητήσει τη χρήση του νόμου περί έκτακτων εξουσιών για τη συλλογή δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε δασμούς κάθε μήνα.
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, είχε δηλώσει ότι οι δασμοί αποτελούν «επιβολή φόρων στους Αμερικανούς και αυτό υπήρξε πάντα μια από τις κύριες εξουσίες του Κογκρέσου».
Οι διορισμένοι από τον Τραμπ δικαστές Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ εμφανίστηκαν επίσης σκεπτικοί για τα επιχειρήματα της κυβέρνησης.
Μια απόφαση κατά του Τραμπ θα μπορούσε να αναγκάσει το αμερικανικό ομοσπονδιακό κράτος να επιστρέψει πάνω από 100 δισ. δολάρια και να περιορίσει ένα σημαντικό μοχλό πίεσης που έχει χρησιμοποιήσει ο Τραμπ έναντι των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ.
Η υπόθεση αφορά τους δασμούς που επέβαλε ο Τραμπ κατά την «Ημέρα Απελευθέρωσης».
Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι αυτοί οι δασμοί είναι απαραίτητοι για την αντιμετώπιση του μακροχρόνιου εθνικού εμπορικού ελλείμματος.
Εταιρείες που πλήττονται από τους δασμούς καθώς και κάποιες Πολιτείες (οι περισσότερες ελέγχονται από τους Δημοκρατικούς) προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, εκτιμώντας ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να παρακάμπτει το Κογκρέσο για να επιβάλει δασμούς που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις αλλά και τη ζωή των Αμερικανών καταναλωτών.
Πολλά ομοσπονδιακά δικαστήρια έχουν κρίνει παράνομους τους δασμούς αυτούς, που αποτελούν ξεχωριστό κομμάτι από εκείνους που επιβλήθηκαν σε συγκεκριμένους τομείς, όπως στην αυτοκινητοβιομηχανία ή τον χάλυβα.
Τον Δεκέμβριο ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι μια αρνητική απόφαση θα αποτελούσε «απειλή» για την ασφάλεια της χώρας.
«Η μεγαλύτερη απειλή στην ιστορία για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών θα ήταν μια αρνητική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αναφορικά με τους τελωνειακούς δασμούς», έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος μέσα στη νύχτα από την Ουάσινγκτον.
«Θα ήμασταν οικονομικά ανυπεράσπιστοι».