Οι εμπορικοί δεσμοί μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσαν να πληγούν εάν ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προχωρήσει στην κατάληψη της Γροιλανδίας, προειδοποίησε ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Ρολάν Λεσκίρ.
Μάλιστα όπως μεταδίδει το CNBC, όταν ρωτήθηκε για την πιθανότητα να επιβάλλει η ΕΕ οικονομικές κυρώσεις στις ΗΠΑ σε περίπτωση αμερικανικής εισβολής στο νησί της Αρκτικής, ο Λεσκίρ απάντησε ότι «αν συνέβαινε αυτό, σίγουρα θα βρισκόμασταν σε έναν εντελώς νέο κόσμο και θα έπρεπε να προσαρμοστούμε αναλόγως». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «η Γροιλανδία αποτελεί αυτοδιοικούμενο τμήμα της Δανίας», η οποία είναι χώρα μέλος της ΕΕ, πρόσθεσε.
Τα σχόλιά του Γάλλου ΥΠΕΞ, έρχονται καθώς αμερικανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία των Δημοκρατικών αναμένεται να επισκεφθεί την Κοπεγχάγη την Παρασκευή.
Υπενθυμίζεται ότι μια προηγούμενη συνάντηση του Δανού ΥΠΕΞ Λαρς Λέκε Ράσμουσεν με τον Αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο, και τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς στον Λευκό Οίκο, δεν έφερε κάποια πρόοδο στο ακανθώδες ζήτημα.
Αξίζει να σημειωθεί πως παρότι ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας, ειδικοί κρίνουν ότι ο πραγματικός του στόχος είναι να κρατήσει τους αντιπάλους του μακριά από αναδυόμενες αγορές και ενδεχομένως από ορυκτά (στα οποία είναι πλούσια η Γροιλανδία) που είναι κρίσιμα σε βιομηχανίες όπως η άμυνα.
Εν τω μεταξύ, ευρωπαϊκά στρατεύματα έφτασαν στη Γροιλανδία χθες, Πέμπτη για να πραγματοποιήσουν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.
Τα γυμνάσια αυτά, σε συνδυασμό με την χάραξη αδιαπραγμάτευτων «κόκκινων γραμμών» (όσον αφορά το νησί) από τους Ευρωπαίους ηγέτες, θα μπορούσε να «στείλει ένα ισχυρό μήνυμα», στην Ουάσιγκτον, σύμφωνα με την η Μαρία Μαρτισιούτε, πολιτική αναλύτρια στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής.
Υπενθυμίζεται ότι η Κομισιόν πρότεινε να διπλασιαστούν οι δαπάνες της για τη Γροιλανδία στο τελευταίο προσχέδιο προϋπολογισμού της.
«Η Γροιλανδία μπορεί να βασίζεται σε εμάς — πολιτικά, οικονομικά και χρηματοδοτικά, καθώς και όσον αφορά την ασφάλειά της», δήλωσε χθες η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.