Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Η Ελλάδα απέκτησε, επιτέλους, Κανονισμό Πυροπροστασίας Αρχαιολογικών Χώρων.
Πρόκειται για μία αυτονόητα θετική εξέλιξη. Σε μία χώρα η οποία φιλοξενεί ορισμένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία του πλανήτη και δοκιμάζεται κάθε καλοκαίρι από καταστροφικές πυρκαγιές, η ύπαρξη ενός εξειδικευμένου πλαισίου πρόληψης και προστασίας δεν θα έπρεπε καν να αποτελεί είδηση. Και όμως αποτελεί. Όχι επειδή θεσπίστηκε. Αλλά επειδή θεσπίστηκε μόλις τώρα.
Πρόκειται για μια απολύτως αναγκαία πρωτοβουλία. Η θέσπιση διαδικασιών εκτίμησης κινδύνου, σχεδίων πρόληψης, μέτρων αντιμετώπισης πυρκαγιών, εκπαίδευσης προσωπικού και οργανωμένης απομάκρυνσης επισκεπτών συνιστά αυτονόητη υποχρέωση για μια χώρα που φιλοξενεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς πλούτους στον κόσμο.
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που αιωρείται πάνω από κάθε πανηγυρική ανακοίνωση. Γιατί τώρα;
Γιατί χρειάστηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια, μετά από την παρ’ ολίγον καταστροφή της αρχαίας Ολυμπίας, από τις δασικές πυρκαγιές του 2007;
Διότι η Ελλάδα δεν ανακάλυψε εφέτος ούτε τις πυρκαγιές, ούτε τα αρχαία της. Το καλοκαίρι του 2007 η χώρα βίωσε μία από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές της σύγχρονης ιστορίας της. Οι φλόγες έφτασαν στην καρδιά της Πελοποννήσου και η Αρχαία Ολυμπία σώθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Σώθηκε από την υπεράνθρωπη προσπάθεια όσων βρέθηκαν εκεί. Σώθηκε από τις συγκυρίες. Σώθηκε, όπως πολλοί έλεγαν τότε, από θαύμα.
Η εικόνα του αρχαιολογικού χώρου να απειλείται από τη φωτιά έκανε τον γύρο του κόσμου. Θα περίμενε κανείς ότι εκείνη ακριβώς η εμπειρία θα λειτουργούσε ως καμπανάκι αφύπνισης. Ότι το κράτος θα έσπευδε να δημιουργήσει ένα εξειδικευμένο πλαίσιο προστασίας των αρχαιολογικών χώρων. Ότι η Ολυμπία θα αποτελούσε το σημείο μηδέν μιας νέας πολιτικής πρόληψης.
Δεν συνέβη.
Αντίθετα, πέρασαν σχεδόν δύο δεκαετίες. Δύο δεκαετίες κατά τις οποίες η χώρα δοκιμάστηκε ξανά και ξανά. Με μαθηματική ακρίβεια, κάθε καλοκαίρι. Με φωτιές στην Αττική, στην Εύβοια, στη Ρόδο, στον Έβρο, στην Κορινθία, στη Χίο και σε δεκάδες ακόμη περιοχές, γεμάτες και από αρχαιολογικούς χώρους.
Με ολοένα πιο ακραίες συνθήκες λόγω της κλιματικής κρίσης. Με χιλιάδες στρέμματα να καίγονται. Με οικισμούς να εκκενώνονται. Με επισκέπτες να απομακρύνονται. Με την απειλή να επιστρέφει κάθε χρόνο σαν προγραμματισμένο ραντεβού.
Και όμως, μόλις το 2026 αποκτούμε για πρώτη φορά έναν ολοκληρωμένο Κανονισμό Πυροπροστασίας Αρχαιολογικών Χώρων. “Κάλιο αργά παρά ποτέ”, ίσως πείτε και θα έχετε απόλυτο δίκιο. Έλα, όμως, που ακόμη και έτσι είναι αργά, τουλάχιστον για την εφετινή αντιπυρική περίοδο.
Το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι ότι αδυνατεί να σχεδιάσει. Είναι ότι σχεδιάζει αφού προηγηθεί ο κίνδυνος. Ότι θεσμοθετεί αφού προηγηθεί η κρίση. Ότι οργανώνεται αφού έχει ήδη δοκιμαστεί. Και εδώ ακριβώς προκύπτει ένα δεύτερο ερώτημα: Πότε θα εφαρμοστούν όλα όσα προβλέπει ο νέος κανονισμός; Πότε θα ολοκληρωθούν οι εκτιμήσεις κινδύνου για εκατοντάδες αρχαιολογικούς χώρους; Πότε θα γίνουν οι αναγκαίες προμήθειες; Πότε θα εγκατασταθεί ο απαιτούμενος εξοπλισμός; Πότε θα εκπαιδευτεί το προσωπικό; Πότε θα πραγματοποιηθούν οι ασκήσεις; Πότε θα δοκιμαστούν στην πράξη τα σχέδια εκκένωσης;
Η απάντηση είναι μάλλον προφανής. Όχι εφέτος.
Η εφετινή αντιπυρική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει. Άρα η πραγματική επιχειρησιακή αξία του κανονισμού θα φανεί, στην καλύτερη περίπτωση, από το επόμενο καλοκαίρι.
Το γνωστό ελληνικό μοτίβο επαναλαμβάνεται. Πρώτα το ΦΕΚ. Μετά οι μελέτες. Ύστερα οι διαδικασίες. Στη συνέχεια οι προμήθειες. Και κάποτε η εφαρμογή.
Η χώρα συχνά αντιμετωπίζει την έκδοση ενός κανονισμού ως απόδειξη ότι ένα πρόβλημα λύθηκε. Στην πραγματικότητα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή το πρόβλημα μόλις αρχίζει να αντιμετωπίζεται.
Ο νέος Κανονισμός Πυροπροστασίας Αρχαιολογικών Χώρων είναι αναγκαίος και καλοδεχούμενος. Αλλά η Αρχαία Ολυμπία κινδύνευσε το 2007. Οι φωτιές επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι από τότε. Και η χώρα αποφάσισε να αποκτήσει αυτό το εργαλείο το 2026. Αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Ίσως περισσότερα από όσα αναφέρουν οι πανηγυρικές ανακοινώσεις. Γιατί τελικά το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μάθαμε από τις φωτιές. Είναι πόσα χρόνια χρειάζεται η Ελλάδα για να μετατρέψει το μάθημα σε πράξη.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.