Η κλιμάκωση της σύγκρουσης ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία είχε επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι σε διαδοχικά γεωπολιτικά και οικονομικά σοκ.
Παρά τον εμπορικό πόλεμο που έχει ξεκινήσει ο Ντόναλντ Τραμπ, τις επιθέσεις του σε θεσμούς όπως η Fed και τις απειλές προς συμμάχους για τη Γροιλανδία, η παγκόσμια ανάπτυξη διατηρήθηκε, ο πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε και οι ευρωπαϊκές αγορές μετοχών κατέγραψαν νέα υψηλά.
Ωστόσο, η πιθανότητα μιας ευρύτερης περιφερειακής σύρραξης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο έναν κρίσιμο παράγοντα: το πετρέλαιο.
Όπως τονίζει ανάλυση των Financial Times, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο θα διαταραχθούν οι ροές ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ. Από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Μια παρατεταμένη διακοπή της κυκλοφορίας δεξαμενόπλοιων θα μπορούσε να προκαλέσει σοκ στις διεθνείς τιμές ενέργειας, με άμεσες συνέπειες στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Τα δύο σενάρια για το Brent
Σύμφωνα με αναλυτές, υπάρχουν δύο βασικά σενάρια. Στο πρώτο, πιο ακραίο, το Ιράν προχωρά σε πλήρη και παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά. Σε αυτή την περίπτωση, η τιμή του Brent –που ήδη κινείται κοντά στα 73 δολάρια το βαρέλι, σε υψηλό επταμήνου– θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 100 δολάρια. Ένα τέτοιο επίπεδο θα συνιστούσε τεράστιο σοκ για την παγκόσμια οικονομία, τροφοδοτώντας νέο κύμα πληθωρισμού και αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να αναβάλουν μειώσεις επιτοκίων.
Στο δεύτερο, πιο ήπιο και πιθανότερο σενάριο, δεν διακόπτεται πλήρως η ναυσιπλοΐα, αλλά περιορίζονται δραστικά οι εξαγωγές του ίδιου του Ιράν. Η χώρα παράγει περίπου 3,45 εκατ. βαρέλια ημερησίως – λιγότερο από το 3% της παγκόσμιας προσφοράς. Σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές θα μπορούσαν να αυξηθούν στα 80 δολάρια το βαρέλι, αλλά η επίπτωση στην παγκόσμια οικονομία θα ήταν πιο περιορισμένη, ειδικά αν άλλες χώρες αυξήσουν την παραγωγή τους.
Ήδη ο ΟΠΕΚ+ ανακοίνωσε αύξηση της παραγωγής κατά 206.000 βαρέλια ημερησίως, σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τις αγορές.
Οι επιπτώσεις για τις ΗΠΑ
Για τις ΗΠΑ, οι επιπτώσεις θα ήταν αισθητές αλλά όχι καταστροφικές. Η χώρα είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό ενεργειακά αυτάρκης, με μόλις το 17% της κατανάλωσης ενέργειας να προέρχεται από εισαγωγές – το χαμηλότερο ποσοστό των τελευταίων 40 ετών.
Παρ’ όλα αυτά, οι τιμές της βενζίνης εξαρτώνται από τα διεθνή συμβόλαια αναφοράς. Μια άνοδος στα 100 δολάρια θα μπορούσε να ωθήσει τον πληθωρισμό άνω του 4%, από 2,4% σήμερα, περιπλέκοντας τα σχέδια της Fed για μείωση επιτοκίων.
Παράλληλα, κάθε διαρκής αύξηση κατά 10 δολάρια στο πετρέλαιο εκτιμάται ότι αφαιρεί 0,1 έως 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από την παγκόσμια ανάπτυξη μέσα σε ένα έτος.
Αν οι τιμές έφταναν τα 120 δολάρια και παρέμεναν εκεί, το πλήγμα θα ήταν σημαντικό τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την παγκόσμια οικονομία. Επιπλέον, ιστορικά, γεωπολιτικά σοκ που αυξάνουν τις τιμές της ενέργειας ενισχύουν το δολάριο, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω αναταράξεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Πιο ευάλωτη η Ασία
Οι επιπτώσεις για την Ασία θα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Περίπου το 84% του αργού πετρελαίου και το 83% του υγροποιημένου φυσικού αερίου που διέρχεται από τα Στενά κατευθύνεται σε ασιατικές αγορές. Η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα είναι βασικοί προορισμοί. Μια άνοδος του Brent στα 100 δολάρια θα μπορούσε να προσθέσει 0,6 έως 0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό.
Το LNG και η Ευρώπη
Η Ευρώπη επίσης θα δεχόταν πιέσεις, ιδιαίτερα μέσω των τιμών για LNG. Ωστόσο, με τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη να βρίσκεται στο 1,7%, κάτω από τον στόχο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια.
Αντίθετα, για την Τράπεζα της Αγγλίας, όπου τα μέλη της επιτροπής νομισματικής πολιτικής εμφανίζονται διχασμένα για ενδεχόμενη μείωση επιτοκίων, μια άνοδος του πετρελαίου θα μπορούσε να καταστήσει δυσκολότερη μια άμεση χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Αυξάνεται η αβεβαιότητα στις χρηματοοικονομικές αγορές
Πέρα από τις άμεσες ενεργειακές επιπτώσεις, η σύγκρουση εντείνει την αβεβαιότητα στις χρηματοοικονομικές αγορές. Οι αμερικανικές τραπεζικές μετοχές έχουν ήδη υποστεί ισχυρές πιέσεις, ενώ ο τεχνολογικός κλάδος καταγράφει απώλειες. Ένα νέο σοκ στην ενέργεια θα μπορούσε να κλονίσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη και να περιορίσει τις επενδύσεις των επιχειρήσεων.
Παρά ταύτα, ορισμένοι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η παγκόσμια οικονομία έχει αποδειχθεί εντυπωσιακά ανθεκτική απέναντι σε αλλεπάλληλες κρίσεις. Το αν αυτή η ανθεκτικότητα θα συνεχιστεί εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν οι ενεργειακές ροές θα παραμείνουν ανοιχτές. Όπως συνοψίζουν οι αναλυτές, «το πετρέλαιο είναι ο κρίσιμος δίαυλος» μέσω του οποίου η γεωπολιτική ένταση μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο οικονομικό σοκ.