Οι κορυφαίοι ανεξάρτητοι έμποροι ενέργειας παγκοσμίως, οι οποίοι κατέγραψαν κέρδη-ρεκόρ κατά τη διάρκεια της αναταραχής των τελευταίων ετών στις αγορές, χρησιμοποιούν τώρα αυτά τα κέρδη για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους, σύμφωνα με νέα ανάλυση.
Εμπορικοί οίκοι, με επικεφαλής εταιρείες όπως οι Vitol, Trafigura, Mercuria και Gunvor, κατέγραψαν εξαιρετικές αποδόσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας της Covid-19 και στη συνέχεια μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, καθώς οι παγκόσμιες αγορές ενέργειας παρουσίαζαν έντονες διακυμάνσεις, δημιουργώντας προσοδοφόρες ευκαιρίες αρμπιτράζ.
Οι πιο επιτυχημένοι όμιλοι επανεπενδύουν τώρα αυτά τα κέρδη για να εδραιώσουν τη θέση τους και να αυξήσουν περαιτέρω το μερίδιο αγοράς τους, σύμφωνα με έκθεση της συμβουλευτικής εταιρείας McKinsey, μέσω εξαγορών περιουσιακών στοιχείων, επιθετικών προσλήψεων και επέκτασης σε νέα εμπορεύματα.
Ο Ρόλαντ Ρεχτστέινερ, εταίρος στη McKinsey και συντάκτης της έκθεσης, δήλωσε ότι ο «υπερκύκλος» των τελευταίων έξι ετών επιβράβευσε δυσανάλογα τους εμπόρους που μπορούσαν να διαθέσουν περισσότερο κεφάλαιο και να αναλάβουν μεγαλύτερο ρίσκο.
«Υπάρχει τώρα η ευκαιρία να επεκτείνουν ουσιαστικά τις δραστηριότητές τους, αποκτώντας περιουσιακά στοιχεία, ενισχύοντας τις ομάδες τους και εισερχόμενοι σε νέες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων», ανέφερε. «Υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες επιτυχίας για να ευημερήσει κανείς στο trading: πρόσβαση σε ροές [ενέργειας], πρόσβαση σε κεφάλαιο και μια παγκόσμια πλατφόρμα», πρόσθεσε.
Τα τελευταία χρόνια, οι εμπορικοί οίκοι βρίσκονται σε ανταγωνισμό για την προσέλκυση κορυφαίων στελεχών, με χαρακτηριστική κίνηση την πρόσληψη το 2024 από τη Mercuria του Νικ Ο'Κέιν, του πιο ακριβοπληρωμένου στελέχους της Macquarie. Παράλληλα, αρκετοί έμποροι ενέργειας έχουν επενδύσει κεφάλαια σε διυλιστήρια πετρελαίου, καθώς ενισχύουν τα δίκτυα φυσικών περιουσιακών στοιχείων τους.
«Κάθε φορά που υπάρχει υπερβολική μεταβλητότητα στην αγορά, οι εμπορικοί οίκοι έχουν τη δυνατότητα να ωφεληθούν δυσανάλογα», δήλωσε ο Ρεχτστέινερ. «Και αυτό θα τους επιτρέψει να αυξήσουν τις ίδιες ροές κεφαλαίων τους και να κατακτήσουν επιπλέον μερίδιο αγοράς», σημείωσε.
Όπως μεταδίδουν οι Financial Times, τα κέρδη του κλάδου έχουν μειωθεί από τα επίπεδα ρεκόρ, αλλά παραμένουν υψηλά. Οι εμπορικοί οίκοι κατέγραψαν περίπου 69 δισ. δολάρια σε κέρδη πέρυσι, σύμφωνα με τη McKinsey, μειωμένα από το ρεκόρ των 105 δισ. δολαρίων το 2023, σημειώνοντας τη δεύτερη συνεχόμενη ετήσια πτώση, αλλά παραμένοντας υπερδιπλάσια των επιπέδων πριν από την πανδημία.
«Αυτή είναι η νέα κανονικότητα που διαμορφώνεται», δήλωσε ο Ρεχτστέινερ. «Ήταν μια πολύ πιο δύσκολη χρονιά για συναλλαγές σε σύγκριση με το 2024. Όλοι έπρεπε να εργαστούν πολύ πιο σκληρά πέρυσι για να επιτύχουν αυτά τα νούμερα. Το πρώτο εξάμηνο του περασμένου έτους χαρακτηρίστηκε κυρίως από μεταβλητότητα που τροφοδοτούνταν από τους τίτλους ειδήσεων, κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αξιοποιηθεί στις συναλλαγές», τόνισε.
Η επιτυχία του κλάδου προσελκύει επίσης ορισμένους «πολύ μεγάλους» νέους παίκτες, πρόσθεσε. Πετρελαϊκές εταιρείες όπως η Saudi Aramco και η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία του Άμπου Ντάμπι, Adnoc, επιδιώκουν να ενισχύσουν τις δυνατότητές τους.
Έρευνα της McKinsey σε περισσότερους από 150 traders έδειξε ότι αναμένουν πως οι εμπορικοί οίκοι, οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες και χρηματοοικονομικοί παίκτες, συμπεριλαμβανομένων των hedge funds, θα υπεραποδώσουν τα επόμενα χρόνια, ενώ οι ευρωπαϊκές πετρελαϊκές εταιρείες, όπως η Shell, η BP και η TotalEnergies, αναμένεται να υποαποδώσουν.
Ο Ρεχτστέινερ αναμένει επίσης περισσότερες κοινοπραξίες και συνεργασίες, καθώς άλλοι παίκτες προσπαθούν να καλύψουν το χάσμα με τους κορυφαίους εμπορικούς οίκους. «Βλέπουμε σημαντική περαιτέρω ανάπτυξη σε αυτό το μέτωπο», ανέφερε.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η Mercuria ανακοίνωσε κοινοπραξία με τον ινδικό όμιλο Tata, ενώ η ιταλική ενεργειακή εταιρεία Eni δήλωσε ότι εξετάζει μια κοινοπραξία καθώς σχεδιάζει την επιστροφή της στο trading.