Η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων λειτουργεί πλέον ως προειδοποιητικό σήμα για τις διεθνείς αγορές, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν και οι υψηλές τιμές πετρελαίου επαναφέρουν τον φόβο ενός νέου κύματος πληθωρισμού.
Ο πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ και νυν επικεφαλής οικονομολόγος της PGIM, επενδυτικού βραχίονα της Prudential, Daleep Singh, σε συνέντευξή του στο CNBC προειδοποιεί ότι οι αγορές ομολόγων βρίσκονται κοντά σε ένα νέο επεισόδιο αναταράξεων με σοβαρές συνέπειες για την αμερικανική οικονομία. «Βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός bond-vigilante trade αυτή τη στιγμή», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η σύγκρουση με το Ιράν δεν μπορεί να κλιμακωθεί επ’ αόριστον, καθώς ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη διαθέτουν «κυριαρχία κλιμάκωσης». «Ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ιράν μπορούν να υποτάξουν η μία πλευρά την άλλη», τονίζει, ενώ η ενεργειακή πίεση γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική.
Η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στις αγορές κρατικού χρέους. Οι επενδυτές εγκαταλείπουν τα μακροπρόθεσμα ομόλογα, φοβούμενοι ότι το νέο ενεργειακό σοκ θα αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό σε ΗΠΑ και Ευρώπη.
Ο Singh, που είχε κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, θεωρεί ότι η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει σε μια περίοδο διαδοχικών και αλληλοεπικαλυπτόμενων «σοκ προσφοράς». «Τα τελευταία πέντε χρόνια είχαμε μόνο σοκ προσφοράς μετά το ένα πίσω από το άλλο», αναφέρει. Όπως σημειώνει, μετά την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τους δασμούς και τους περιορισμούς στη μετανάστευση, τώρα προστίθεται και η κρίση στο Ιράν, δημιουργώντας ένα περιβάλλον μόνιμα υψηλότερου πληθωρισμού.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εκτίναξη των αποδόσεων των αμερικανικών 10ετών ομολόγων, που άγγιξαν το 4,6%, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος στεγαστικών δανείων, πιστωτικών καρτών και χρηματοδότησης των νοικοκυριών.
Ο Singh θεωρεί πιθανό οι αποδόσεις να κινηθούν ακόμη και πάνω από το 5% μέσα στους επόμενους μήνες, προειδοποιώντας για ένα νέο «bond-vigilante trade», δηλαδή μια επιθετική αντίδραση των αγορών απέναντι στα διογκωμένα δημοσιονομικά ελλείμματα και τον πληθωριστικό κίνδυνο. «Οι κινήσεις αυτές αποκτούν δική τους δυναμική και δεν αυτοδιορθώνονται μέχρι να υπάρξει πολιτική απάντηση», υπογραμμίζει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν οι αποδόσεις συνεχίσουν να ανεβαίνουν, η αμερικανική κυβέρνηση θα αναγκαστεί να παρέμβει. Περιγράφει μάλιστα ένα πιθανό σενάριο «financial repression», όπου το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και η Fed θα επιχειρήσουν να συγκρατήσουν τεχνητά τα μακροπρόθεσμα επιτόκια μέσω παρεμβάσεων στην αγορά ομολόγων. «Αυτό είναι το τελικό παιχνίδι για την αγορά ομολόγων, γιατί αποδόσεις πάνω από 5% δεν είναι βιώσιμες», σημειώνει.
Ο Singh εμφανίζεται πάντως θετικός απέναντι στον νέο πρόεδρο της Fed, Κέβιν Γουόρς, τον οποίο χαρακτηρίζει έμπειρο και προσηλωμένο στη διατήρηση της αξιοπιστίας της κεντρικής τράπεζας. «Το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο της Fed είναι η αξιοπιστία της», λέει χαρακτηριστικά. Παράλληλα όμως ξεκαθαρίζει ότι δεν θεωρεί σωστή μια μείωση επιτοκίων στην παρούσα συγκυρία, παρά τις πιέσεις που ασκεί ο Ντόναλντ Τραμπ.
Για το Ιράν, ο Singh εκτιμά ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Τεχεράνη μπορούν να επιβληθούν στρατιωτικά χωρίς τεράστιο πολιτικό και οικονομικό κόστος. Υποστηρίζει ότι μια χερσαία εισβολή θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη για την Ουάσιγκτον, καθώς το Ιράν θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα στρατηγικά του πλεονεκτήματα στα Στενά του Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα.
Παράλληλα, θεωρεί ότι και η Τεχεράνη γνωρίζει πως μια υπερβολική κλιμάκωση θα μπορούσε να οδηγήσει ακριβώς σε αυτό που θέλει να αποφύγει: την αποστολή αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων. Για τον λόγο αυτό κάνει λόγο για ένα εύθραυστο αδιέξοδο, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει τελικά σε συμφωνία με τη διαμεσολάβηση της Κίνας. «Χρειαζόμαστε και οι δύο πλευρές να αναγνωρίσουν αυτή την πραγματικότητα», σημειώνει.
Ο ίδιος εκτιμά ότι μια τέτοια διπλωματική λύση ίσως απέχει έναν έως δύο μήνες, προειδοποιώντας όμως ότι όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο αυξάνεται το οικονομικό κόστος. «Η κατάσταση γίνεται πραγματικά κρίσιμη», τονίζει. Όπως ανέφερε, ακόμη και η αυξημένη αμερικανική παραγωγή δεν αρκεί για να καλύψει το έλλειμμα προσφοράς που προκαλεί η κρίση στα Στενά του Ορμούζ.
Κατά τον Singh, η αγορά πετρελαίου θα συνεχίσει να ενσωματώνει ένα υψηλό «risk premium», με το Brent να κινείται πιθανότατα μεταξύ 80 και 100 δολαρίων το βαρέλι για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τέλος, εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στην άποψη ότι οι οικονομικές πιέσεις και ο αποκλεισμός αρκούν για να λυγίσουν το ιρανικό καθεστώς. Με βάση, όπως λέει, την εμπειρία του από την επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία, τα αυταρχικά καθεστώτα έχουν πολύ μεγαλύτερη αντοχή απ’ ό,τι πιστεύουν οι δυτικές κυβερνήσεις. «Η αναγκαιότητα είναι η μητέρα της εφεύρεσης», αναφέρει, εξηγώντας ότι τέτοια καθεστώτα βρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους συναλλαγών μέσω ανταλλαγών, κρυπτονομισμάτων και μη δολαριακών νομισμάτων.