Μιλώντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση στο πεδίο, ο Ειδικός Απεσταλμένος του ΟΗΕ για την Υεμένη, Χανς Γκρούντμπεργκ, δήλωσε ότι, ενώ η εκεχειρία του 2022 μεταξύ των ανταρτών Χούθι και της κυβέρνησης εξακολουθεί να ισχύει, η σύγκρουση παραμένει ανεπίλυτη, με τους Υεμενίτες να πληρώνουν το τίμημα αυτής της αβεβαιότητας.
O κ. Γκρούντμπεργκ ανέφερε ότι η πρόσφατη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν θα μπορούσε να αποτελέσει «σημείο καμπής για την περιοχή» και κάλεσε τα εμπλεκόμενα μέρη στην Υεμένη να αξιοποιήσουν το σημερινό παράθυρο περιφερειακής αποκλιμάκωσης για την αναβίωση της πολιτικής διαδικασίας.
Σημείωσε ότι, παρά τις περιφερειακές εντάσεις, οι επιπτώσεις στην Υεμένη υπήρξαν μέχρι στιγμής «σχετικά περιορισμένες», επισημαίνοντας ότι δεν έχουν σημειωθεί νέες επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας στην Ερυθρά Θάλασσα και ότι η «σχετική ηρεμία στο εσωτερικό της Υεμένης μετά την εκεχειρία του 2022 συνεχίζει να διατηρείται».
Αναφέρθηκε επίσης στις διαμαρτυρίες στο 'Αντεν και σε άλλες επαρχίες για τις ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας, χαιρετίζοντας παράλληλα τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις της Κυβέρνησης της Υεμένης και την πρόσφατη σαουδαραβική επιχορήγηση ύψους «150 εκατομμυρίων δολαρίων» για την προμήθεια καυσίμων σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής.
Ο κ. Γκρούντμπεργκ επισήμανε την πρόοδο στο ζήτημα των κρατουμένων, λέγοντας ότι τα μέρη συμφώνησαν τον περασμένο μήνα στην απελευθέρωση «περισσότερων από 1.600 κρατουμένων που συνδέονται με τη σύγκρουση», έπειτα από 14 εβδομάδες διαπραγματεύσεων στο Αμμάν, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ως «τη μεγαλύτερη επιχείρηση απελευθέρωσης που έχει συμφωνηθεί στην ιστορία της σύγκρουσης».
Στο σκέλος της ασφάλειας, ανέφερε ότι το Γραφείο του συγκάλεσε συναντήσεις στο πλαίσιο της Επιτροπής Στρατιωτικού Συντονισμού και προγραμματίζει να καλέσει τις αντιπροσωπείες σε τριμερή συνάντηση. Τόνισε ότι οι προσπάθειες αυτές υπηρετούν τον «βασικό στόχο» της έναρξης μιας χωρίς αποκλεισμούς πολιτικής διαδικασίας, η οποία, όπως είπε, έχει «αναβληθεί για πάρα πολύ καιρό».
Ενημερώνοντας το Συμβούλιο για την ανθρωπιστική κατάσταση, ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας για Ανθρωπιστικές Υποθέσεις και Συντονιστής Έκτακτης Βοήθειας, Τομ Φλέτσερ προειδοποίησε ότι «η ανθρωπιστική κρίση στην Υεμένη επιταχύνεται», με την πείνα να αυξάνεται και την ανταπόκριση να βρίσκεται «στα όρια της». Όπως είπε, μέσα σε μόλις έναν μήνα, το ποσοστό των ανθρώπων που αδυνατούν να καλύψουν βασικές διατροφικές ανάγκες αυξήθηκε «σε σχεδόν 60%», ενώ όσοι αντιμετωπίζουν την πιο ακραία στέρηση αυξήθηκαν «από έναν στους τέσσερις σε σχεδόν έναν στους τρεις».
Ο κ. Φλέτσερ ανέφερε επίσης ότι περισσότερα από «2,2 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών υποφέρουν από οξύ υποσιτισμό», ως αποτέλεσμα ενός θανατηφόρου συνδυασμού «σύγκρουσης, οικονομικής κατάρρευσης, αύξησης των τιμών και απώλειας εισοδημάτων», σε συνδυασμό με ένα υπερφορτωμένο σύστημα υγείας.
Διατύπωσε επίσης τρία αιτήματα προς το Συμβούλιο: «να διασφαλιστεί η απελευθέρωση των κρατούμενων συναδέλφων», «να χρηματοδοτηθεί η ανταπόκριση» και «να στηριχθούν οι ειρηνευτικές προσπάθειες».
Η Ελλάδα, δια της Μόνιμης Αντιπροσώπου της στα Ηνωμένα Έθνη, Πρέσβεως Αγλαΐας Μπαλτά, χαιρέτισε την ανακοίνωση για την απελευθέρωση κρατουμένων που συνδέονται με τη σύγκρουση, χαρακτηρίζοντάς την ως «τη μεγαλύτερη απελευθέρωση που έχει συμφωνηθεί από την έναρξη της σύγκρουσης». Όπως σημείωσε, τέτοια μέτρα «μπορούν να βοηθήσουν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών» και να δημιουργήσουν «πιο ευνοϊκό περιβάλλον για διάλογο». Παράλληλα, εξέφρασε την «πλήρη υποστήριξή» της στις προσπάθειες του Ειδικού Απεσταλμένου για «μια διαρκή πολιτική λύση στη σύγκρουση», μέσω μιας «χωρίς αποκλεισμούς, υπό ηγεσία και ιδιοκτησία της Υεμένης διαδικασίας», υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
Η Ελλάδα επανέλαβε επίσης την έκκλησή της για την «άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση όλων όσοι κρατούνται αυθαίρετα από τους Χούθι», συμπεριλαμβανομένων των 73 μελών του προσωπικού του ΟΗΕ, και υπογράμμισε την ανάγκη για «ασφαλή, διαρκή και ανεμπόδιστη πρόσβαση» του ανθρωπιστικού προσωπικού σε όσους έχουν ανάγκη. Δήλωσε, ακόμη, «βαθιά ανήσυχη» για την επιδείνωση της επισιτιστικής ανασφάλειας και ζήτησε «επείγουσα και διαρκή διεθνή στήριξη» για την κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών και τη συνέχιση της σωτήριας βοήθειας.
Η Ελληνίδα Μόνιμη Αντιπρόσωπος «καταδίκασε απερίφραστα» την πρόσφατη πυραυλική επίθεση των Χούθι κατά του Ισραήλ και «με τον πιο έντονο τρόπο» την ανακοίνωση για επανάληψη επιθέσεων κατά της διεθνούς ναυτιλίας στην Ερυθρά Θάλασσα. Τόνισε ότι «οποιεσδήποτε πράξεις που απειλούν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας είναι απαράδεκτες» και υπογράμμισε ότι οι διεθνείς θαλάσσιες οδοί πρέπει να προστατεύονται, ώστε να διασφαλίζεται η «ανοικτή, ασφαλής και αδιάλειπτη διέλευση της εμπορικής ναυτιλίας».
Τέλος, η Ελλάδα σημείωσε ότι παραμένει προσηλωμένη στην προώθηση της ναυτικής ασφάλειας και, από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως συν-εισηγήτρια, στηρίζει την παράταση για ακόμη έξι μήνες της μηνιαίας ενημέρωσης του Γενικού Γραμματέα για τις επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ επανέλαβε τη στήριξή της στην επιχείρηση της ΕΕ «ASPIDES», στο πλαίσιο της αμυντικής της εντολής και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ