Από τον Ιούλιο του 2022, η ΕΚΤ ξεκίνησε να ανεβάζει τα βασικά της επιτόκια σε μια προσπάθεια ελέγχου του πληθωρισμού ο οποίος είχε κάνει δυναμικά την επανεμφάνισή του μετά την πανδημία.Τα υψηλότερα επιτόκια αντάμειψαν τους αποταμιευτές και πλήγωσαν τους δανειζόμενους στη ζώνη του ευρώ. Τα επιτόκια στις νέες καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες περίπου ή 3,32% και τα επιτόκια των δανείων κατά 2,58% λόγω της παρουσίας αρκετών με σταθερό επιτόκιο. Η άνοδος των επιτοκίων καταθέσεων έσπρωξε πολύ κόσμο στις προθεσμιακές με αποτέλεσμα τον διπλασιασμό τους στα 2 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2024 σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ.
Όμως, η ΕΚΤ άρχισε να μειώνει τα επιτόκια παρέμβασης επιθετικά από τον Ιούνιο του 2024 με αποτέλεσμα να υπάρξει μια νέα ανακατανομή του πλούτου ανάμεσα στα νοικοκυριά.
Οι επιπτώσεις από τις αυξομειώσεις των επιτοκίων δεν ήταν ομοιόμορφες ανάμεσα στις χώρες της ευρωζώνης. Εμείς στην Ελλάδα το γνωρίζουμε καλύτερα αυτό καθώς τα επιτόκια καταθέσεων αυξήθηκαν λιγότερο ενώ τα κυμαινόμενα επιτόκια στα περισσότερα δάνεια προσαρμόσθηκαν πλήρως στις νέες συνθήκες.
Στη Γερμανία και στη Γαλλία, τα νοικοκυριά κέρδισαν από την άνοδο των επιτοκίων καταθέσεων και ευνοήθηκαν από την κυριαρχία των στεγαστικών δανείων με σταθερό επιτόκιο από το καλοκαίρι του 2022 μέχρι το καλοκαίρι του 2024. Η Allianz εκτιμά ότι τα γερμανικά νοικοκυριά εξοικονόμησαν 28 δισ. ευρώ ενώ τα γαλλικά μείωσαν τις καθαρές πληρωμές τους κατά 35 δισ. ευρώ.
Αντίθετη ήταν η εικόνα στην Ιταλία και στην Ισπανία όπου τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου είναι πιο διαδεδομένα ενώ οι συνολικές καταθέσεις είναι μικρότερες και οι αυξήσεις ήταν συγκριτικά μικρότερες. Έτσι, τα ιταλικά νοικοκυριά επιβαρύνθηκαν με επιπρόσθετες καθαρές δαπάνες για τόκους ύψους 15,9 δια. ευρώ και τα ισπανικά με 25,3 δισ. από τα μέσα του 2022 σύμφωνα με τον γερμανικό χρηματοασφαλιστικό Όμιλο. Η Ελλάδα ανήκει στην ίδια κατηγορία αλλά δεν υπάρχει ανάλογη εκτίμηση.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ένα χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου το οποίο έχει αρχίσει να μειώνεται καθώς η ΕΚΤ ακολούθησε διαφορετική πολιτική επιτοκίων από τα μέσα του 2024. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα κυμαινόμενα στεγαστικά δάνεια αντιστοιχούσαν στο 30% περίπου του συνόλου των νέων δανείων στην Ιταλία και στην Ισπανία και μόλις στο 3% των νέων δανείων στη Γαλλία και στο 11% στη Γερμανία στο τέλος του 2025.
Όμως, οι μειώσεις επιτοκίων στις οποίες έχει προχωρήσει η ΕΚΤ από τα μέσα του 2024 έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται στα επιτόκια των καταθέσεων τα οποία υποχωρούν παντού. Επομένως, οι καταθέτες εισπράττουν πλέον λιγότερους τόκους. Επιπλέον, αρκετά στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου στη Γερμανία και στη Γαλλία θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν σταδιακά με υψηλότερα επιτόκια.
Η Allianz προβλέπει πως το τέλος του 2026, η σωρευτική εξοικονόμηση τόκων θα έχει περιορισθεί στα 32,1 δισ. ευρώ στη Γαλλία από 35 δισ. το 2025 σε σχέση με τον Ιούνιο του 2022 και στα 25,9 δισ. και 28,1 δισ. ευρώ στη Γερμανία αντίστοιχα.
Από την άλλη πλευρά, η επιβάρυνση των τόκων θα αυξηθεί στα 33,5 δισ. ευρώ στην Ισπανία και στα 24,5 δισ. στην Ιταλία στο τέλος της φετινής χρονιάς έναντι 25,3 δισ. και 15,9 δισ. αντίστοιχα στο τέλος του 2025 σε σχέση με τον Ιούνιο του 2022.
Τα νούμερα θα είναι πιθανώς μικρότερα για τα ελληνικά νοικοκυριά αλλά το αρνητικό πρόσημο, δηλ. η επιβάρυνση, θα είναι το ίδιο με της Ιταλίας και της Ισπανίας.
Η επιτοκιακή πολιτική της ΕΚΤ, όπως κάθε κεντρικής τράπεζας, έχει νικητές και ηττημένους ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες της ευρωζώνης και τα νοικοκυριά τους.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.