Χθες το βράδυ, η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου ήταν κοντά στο 4,42%, του 10ετούς γαλλικού ήταν 4,82%, του ιταλικού 10ετούς ομολόγου ήταν 4,58%, του 10ετούς γερμανικού 3,47% και του 10ετούς αμερικανικού 5,24%.Αυτές οι αποδόσεις δεν αντιπροσωπεύουν το μέσο κόστος δανεισμού κάθε χώρας. Όμως, δείχνουν πως αξιολογούν οι συμμετέχοντες στη δευτερογενή αγορά τον πιστωτικό κίνδυνο κάθε χώρας και πως συγκρίνεται με την βαθμολογία των μεγάλων οίκων αξιολόγησης. Σήμερα, η Γαλλία αξιολογείται με «A+» από τον S&P με «σταθερές προοπτικές» που ίσως αλλάξει αλλά η αγορά την τοποθετεί στο «ΒΒΒ-» δηλαδή στο τελευταίο σκαλί της επενδυτικής βαθμίδας.
Επίσης, δεν θα πρέπει κάποιος να βγάζει αυθαίρετα συμπεράσματα του τύπου η αγορά θεωρεί ότι τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα ενέχουν μεγαλύτερο πιστωτικό κίνδυνο επειδή προσφέρουν υψηλότερη απόδοση σε σύγκριση με τα ελληνικά, γαλλικά κ.τ.λ. Οι προσδοκίες για την ισοτιμία ευρώ/δολαρίου, την μελλοντική πορεία των επιτοκίων ευρώ, δολαρίου παίζουν επίσης ρόλο.
Ούτε είναι οι υψηλότερες αποδόσεις στην ιστορία. Το 1981, η μέση απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου ήταν κοντά στο 14% και του 10ετούς μέσου γαλλικού πάνω από 16%. Επίσης, το 2012, όταν η Ελλάδα πρακτικά χρεοκόπησε, η μέση απόδοση του 10ετούς ελληνικού κρατικού ομολόγου ήταν πάνω από 22%.
Όμως, εκείνο που πραγματικά κάνει την διαφορά είναι να χρειάζεται μια χώρα η οποία πλήρωνε τοκομερίδιο (κουπόνι) 1%-2% στα ομόλογα της τα προηγούμενα χρόνια να πρέπει να τα αναχρηματοδοτήσει με κουπόνι 5%. Η διαφορά είναι 4-5 ποσοστιαίες μονάδες. Πολλά από τα παλαιότερα ομόλογα είχαν εκδοθεί κατά την διάρκεια της πανδημίας όταν οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ κρατούσαν τις αποδόσεις τους χαμηλά.
Αυτό σημαίνει ότι οι χώρες με τις μεγαλύτερες δανειακές ανάγκες θα επιβαρυνθούν περισσότερο. Στη περίπτωση της Γαλλίας, οι ανάγκες αναχρηματοδότησης μεσαίων και μακροπρόθεσμων ομολόγων τοποθετούνται στα 180 δισ. ευρώ περίπου από όσο γνωρίζουμε. Αυτό μεταφράζεται σε ετήσια έξτρα επιβάρυνση τόκων ύψους 7,2 με 9 δισ. ευρώ από αυτή τη πηγή. Συνολικά, η Γαλλία θα δανεισθεί 340 δισ. ευρώ έναντι 245 δισ. ευρώ περίπου της Ιταλίας το 2027.
Εδώ ακριβώς φαίνεται το πλεονέκτημα της Ελλάδας με τις μικρές δανειακές ανάγκες που θα μπορούσαν να μηδενισθούν το 2027 με χρήση του «μαξιλαριού ρευστότητας» αν οι όροι δανεισμού στις κεφαλαιαγορές χειροτερεύσουν κι άλλο όπως υποθέσαμε πρόσφατα.
Δυστυχώς, οι χώρες «πληρώνουν» τις πολιτικές της ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ και άλλων κεντρικών τραπεζών που οδήγησαν σε σχεδόν μηδενικά επιτόκια και ενθάρρυναν τις επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές πολλών κυβερνήσεων πριν από χρόνια, αδιαφορώντας για την υπερχρέωση. Η Γαλλία είναι μια τέτοια περίπτωση και το πρόβλημα της δημιουργεί ήδη παρενέργειες σ’ άλλες οικονομίες της ευρωζώνης.
Αν όμως, η πολιτική ελίτ της Γαλλίας δεν αλλάξει ρότα εγκαίρως, η αγορά ομολόγων θα της επιβάλλει οικονομικές πολιτικές που θα έχουν μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος. Η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει ότι είναι πολύ εύκολο για μια χώρα να χάσει την αξιοπιστία της και πολύ πιο επίπονο να την ξανακερδίσει.
Η αναχρηματοδότηση των οικονομικών πολιτικών των φθηνών επιτοκίων φέρνει την ώρα της κρίσης γρηγορότερα καθώς οι αγορές προεξοφλούν και το 2027 πλησιάζει.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.