Είναι κατανοητό να θέλει η κυβέρνηση να προσφέρει άμεση ανακούφιση στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις με την έναρξη της χειμερινής περιόδου.Η μείωση κατά 40 λεπτά ανά λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης με στόχο τη διάθεση κάτω από το 1,60 ευρώ το λίτρο, η έκτακτη αύξηση κατά 30% στο επίδομα θέρμανσης για ολόκληρο τον χειμώνα, η μείωση κατά 20 λεπτά στο πετρέλαιο κίνησης (diesel) και 10 λεπτά στην αμόλυβδη βενζίνη αποσκοπούν στην άμβλυνση της κοινωνικής πίεσης καθώς μπαίνουμε στο κρύο.
Τα μέτρα συμβάλλουν στη συγκράτηση των τιμών των αγαθών στα ράφια των καταστημάτων και επομένως του πληθωρισμού καθώς το κόστος των μεταφορικών επηρεάζει την εφοδιαστική αλυσίδα. Επιπλέον, μειώνουν το κόστος μετακίνησης των ατόμων, προστατεύοντας το διαθέσιμο εισόδημά τους και το κόστος μεταφοράς των εταιρειών.
Όμως, όλοι μπορούν να αντιληφθούν ότι είναι μέτρα προσωρινού χαρακτήρα καθώς οι επιδοτήσεις δεν μπορούν να διατηρηθούν στο διηνεκές. Επομένως, μοιάζουν περισσότερο με τα παυσίπονα που αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα μιας αρρώστιας παρά τις αιτίες της.
Προφανώς, όλοι ελπίζουμε η ενεργειακή κρίση να αποτελέσει σύντομα παρελθόν. Σ’ αυτή την περίπτωση, τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης της κυβέρνησης θα έχουν επιτύχει τον σκοπό τους, αποδεικνύοντας ότι οι οικονομικοί πόροι που διατέθηκαν έπιασαν τόπο.
Όμως, άλλο η ελπίδα και άλλο η πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε βασιζόμενοι στην ελπίδα ότι όλα θα πάνε κατ’ ευχήν.
Εδώ ακριβώς ελλοχεύει ο κίνδυνος. Οι επιδοτήσεις στα καύσιμα δεν μπορούν να δίνονται επ’ άπειρον καθώς κοστίζουν πολλά λεφτά και είτε αυξάνουν το δημόσιο χρέος είτε στερούν πόρους από τομείς όπως η υγεία, παιδεία κ.λπ. Με άλλα λόγια, μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τους δημοσιονομικούς στόχους της χώρας.
Αν αυτό συμβεί σε μια περίοδο αναταράξεων στις αγορές ομολόγων, όπως η σημερινή, το κόστος δανεισμού του κράτους και των επιχειρήσεων θα αυξηθεί κατακόρυφα, η ψυχολογία καταναλωτών και επιχειρήσεων μπορεί να πληγεί και ο ρυθμός ανάπτυξης να επιβραδυνθεί αισθητά.
Επιπλέον, οι επιδοτήσεις δημιουργούν στρεβλώσεις καθώς αποθαρρύνουν τους καταναλωτές από τη μείωση της ζήτησης για καύσιμα σε μια χώρα που τα εισάγει, πληρώνοντας συνάλλαγμα. Ακόμη, οι οριζόντιες επιδοτήσεις ευνοούν τα άτομα με τις μεγαλύτερες καταναλώσεις, που συνήθως έχουν μεγαλύτερα εισοδήματα.
Από την άλλη πλευρά, αν σταματήσουν οι επιδοτήσεις και οι διεθνείς τιμές των καυσίμων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, η προσαρμογή θα είναι πιο δύσκολη για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και η κυβέρνηση θα πληρώσει το πολιτικό κόστος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επιδοτήσεις ανακουφίζουν βραχυπρόθεσμα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όμως, οι επιδοτήσεις κρύβουν παγίδες σε μεσοπρόθεσμη βάση που δεν πρέπει να αγνοούνται. Μάλιστα, υπάρχει περίπτωση, το μεσοπρόθεσμο κόστος να είναι πολύ μεγαλύτερο από το βραχυπρόθεσμο όφελος για την οικονομία και τα νοικοκυριά, αν η ενεργειακή κρίση συνεχισθεί.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διάθεση των διαθέσιμων δημοσιονομικών πόρων από την κυβέρνηση σε μέτρα μόνιμης απόδοσης μεσοπρόθεσμα, όπως η εξοικονόμηση ενέργειας για τη μείωση της ζήτησης αντί των οριζόντιων επιδοτήσεων στα καύσιμα βγάζει νόημα. Όμως, σίγουρα, δεν θα είναι πολιτικά και κοινωνικά δημοφιλής.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.