Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Εύθραυστη ανάπτυξη, διχασμένη κοινωνία

Η ελλιπής και ανισοβαρής πορεία της οικονομίας προδιαγράφει εταιρείες δύο ταχυτήτων, γεγονός με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην κοινωνία όσο και στην οικονομία την ίδια, γράφει ο Αντώνης Κεφαλάς.

Εύθραυστη ανάπτυξη, διχασμένη κοινωνία
του Αντώνη Κεφαλά

Στην Ελλάδα η πορεία του χρηματιστηρίου φαίνεται πως έχει τελείως αποδεσμευτεί από την πορεία της μακροοικονομίας. Παρά τα σχετικά σκαμπανεβάσματά του, το Χ.Α. δείχνει να έχει τη δική του ζωή και να κινείται στους ρυθμούς που καθορίζουν οι μεγάλοι επενδυτές -Έλληνες και ξένοι- καθώς και τα διάφορα ”παιχνίδια” που γίνονται.

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας, εξάλλου, είναι ο πλέον κερδοφόρος κι έτσι επηρεάζει θετικά το σύνολο των επιχειρηματικών κερδών, ενώ ταυτόχρονα προσδίδει σημαντικό δυναμισμό στο Χ.Α. γενικά. Το γεγονός βέβαια ότι διεθνώς ανταγωνιστικοί κλάδοι της εγχώριας παραγωγής δουλεύουν με περιθώριο κέρδους που μόλις ξεπερνά το 5%, ενώ ο μέσος όρος για το σύνολο των επιχειρήσεων βρίσκεται -σύμφωνα με το Ινστιτούτο Εργασίας- κοντά στο 24% λέει πολλά για την επιρροή του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Στα πλαίσια αυτά δύο είναι τα βασικά ερωτήματα:

* Πόσο ισχυρή και μόνιμη είναι η παρούσα -μάλλον ευνοϊκή σε πρώτη ανάλυση- εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Η σύντομη απάντηση είναι πως η ανάπτυξη είναι εύθραυστη και εύκολα μπορεί να αποκλίνει από τις προβλέψεις που παρουσιάζονται στους πίνακες.

*Πόσο μπορεί να παραμείνει τόσο ισχυρή η επιρροή του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Η συνοπτική απάντηση είναι πως μάλλον θα εξακολουθήσει.

Το συμπέρασμα που προκύπτει ενισχύει ένα γενικότερο για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Σταδιακά αλλά σχεδόν νομοτελειακά βαδίζουμε προς μία δυαδική οικονομία και μία διχασμένη κοινωνία. Ορισμένοι κλάδοι θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς και να παρουσιάζουν κέρδη - οι τράπεζες, ύστερα από λίγο οι ασφάλειες, οι υπηρεσίες που συνδέονται με την ψυχαγωγία και τη διατροφή, μερικές μορφές τουρισμού και λίγες αγροτικές δραστηριότητες.

Οι διαφορές θα είναι έντονες και μέσα στους ίδιους τους κλάδους (τρόφιμα, τηλεπικοινωνίες, καταναλωτικές υπηρεσίες που συνδέονται με τη συντήρηση και τις επισκευές καθώς και με καθημερινές ανάγκες), καθώς η ενοποίηση (consolidation) κάτω από την ηγεσία λίγων ισχυρών και διεθνώς ανταγωνιστικών μονάδων θα αποκτήσει γρήγορο ρυθμό. Πολύ απλά, δηλαδή, ο βαθμός συγκέντρωσης θα αυξηθεί στους κλάδους που θα επιβιώσουν και θα αναπτυχθούν, ενώ άλλοι κλάδοι σχεδόν θα εξαφανιστούν από το ελληνικό οικονομικό τοπίο.

Η κοινωνία θα διχαστεί ακόμη περισσότερο από σήμερα. Η παραγωγή αναζητά το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα στη γνώση - και αυτός ο συντελεστής παραγωγής θα έχει και μεγαλύτερο οριακό κόστος και μεγαλύτερη οριακή αμοιβή. Ταυτόχρονα, επειδή ειδικά στην Ελλάδα το συνδικαλιστικό κίνημα είναι προσαρμοσμένο στη διαφύλαξη θέσεων εργασίας -δηλαδή στηρίζεται σε αυτούς που ήδη απασχολούνται- και όχι στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, όσοι μένουν άνεργοι θα βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού.

Στην ίδια λογική, επειδή σε μεγάλο βαθμό το εκπαιδευτικό σύστημα παράγει είτε ειδικότητες που δεν χρειάζεται η παραγωγική διαδικασία, είτε αποφοίτους με κακή ποιότητα γνώσεων, πολλοί νέοι δεν θα βρίσκουν δουλειά και θα αποτελούν μία καινούργια τάξη ατόμων έξω από τα αποδεκτά κοινωνικά όρια. Η πάλη των τάξεων δεν καταργείται. Απλώς αλλάζει η μορφή των... παλαιστών.



Η ανάπτυξη είναι εύθραυστη. Το πρώτο θέμα είναι αν μπορούμε να διατηρήσουμε τον ρυθμό ανάπτυξης στο 3,8%. Οι προβλέψεις όλων -Ελλήνων και ξένων- λένε ”ναι”. Αλλά, ο κύριος μοχλός ανάπτυξης έχει προέλθει από την κατανάλωση. Μία εξέταση, εξάλλου, των μεγεθών για την προτεινόμενη αναθεώρηση του ΑΕΠ δείχνει ότι η μεγαλύτερη συνεισφορά προέρχεται από το χονδρικό εμπόριο και από τα ξενοδοχεία και εστιατόρια (συνολικά φτάνει το 32% της διαφοράς).

Από την πλευρά των επενδύσεων στα πάγια, η ανάπτυξη στηρίζεται -όπως πάντα στην Ελλάδα- στην οικοδομή. Το ”κόλπο” με τη σταδιακή αλλά από πριν ανακοινώσιμη αύξηση των αντικειμενικών αξιών και την επιβολή του ΦΠΑ έδωσε πρόσθετη ώθηση στην οικοδομή και διατήρησε έτσι τον ρυθμό ανάπτυξης στο 3,8%.

Αυτό το συμπέρασμα και πάλι ενισχύεται από την αναθεώρηση όπου οι κατασκευές και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες (προφανώς φοροδιαφεύγουσες στην πλειονότητά τους) συνεισφέρουν πάνω από 20% στη διαφορά του ΑΕΠ. Όμως, τόσο η κατανάλωση, όσο και οι επενδύσεις σε κατοικίες στηρίζονται στην τραπεζική πίστη. Η θέση που προβάλλουν οι τράπεζες είναι ότι η συνολική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα φτάνει το 42% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι κοντά στο 55%.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν δύο παράγοντες που χρειάζονται προσοχή. Στην Ευρώπη η αύξηση της χρηματοδότησης των νοικοκυριών που συνδέεται με την περίοδο του ευρώ και τα χαμηλά επιτόκια (2000 - 2006) είναι από 45% στο 55% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα είναι από 10% στο 42% του ΑΕΠ. Αυτός ο ρυθμός αύξησης υποχρεωτικά θα πρέπει να συγκαλύπτει και την κακή ποιότητα δανείων.

Ο δεύτερος παράγων αφορά στη σύνθεση της χρηματοδότησης. Στην Ευρώπη σχεδόν το 40% του ΑΕΠ είναι στεγαστικά δάνεια και μόνο το 15% καταναλωτικά. Στην Ελλάδα από το 42% του ΑΕΠ, το 25% είναι στεγαστικά και το 17% καταναλωτικά. Η αναλογία στην πρώτη περίπτωση είναι 27% του συνόλου για τα καταναλωτικά, ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό φτάνει το 60% του συνόλου. Αυτό μάλλον ενέχει κακά μαντάτα.

Βέβαια, οι προβλέψεις γίνονται για να διαψεύδονται - κατά κανόνα. Η πορεία εκτέλεσης των ελληνικών προϋπολογισμών αυτό αποδεικνύει. Ευχή είναι να μη διαψευστούν και τώρα. Αλλά ο κίνδυνος υπάρχει, είναι περισσότερο από ορατός και αν ”ξεσπάσει” θα δημιουργήσει πιο έντονες από σήμερα κοινωνικές συγκρούσεις.

* Αναδημοσίευση από το φύλλο 454 της εφημερίδας ”ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ”, 1-5/12/2006.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο